Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2016

Το τσουκάλι *






Πολλές φορές αναρωτήθηκα στη ζωή μου, εάν, εν τέλει, οι άνθρωποι αξίζουν τον κόπο.

Λάθος η ερώτηση, λέτε; 

Μα, τότε θα πρέπει να αναρωτηθώ εκ νέου:
Τότε γιατί υπάρχουν οι ανθρωπιστικές σπουδές;
Γιατί υπάρχει απάντηση: «Ναι, οι άνθρωποι αξίζουν τον κόπο» ;
Γιατί υπάρχει η αντίστροφη: «Όχι, οι άνθρωποι δεν αξίζουν τον κόπο» ;

Θεωρητικά, σε επίπεδο επιστήμης κι επιστημολογίας, έχουν απαντηθεί και τα δυο, καλύπτοντας πλήρως το φάσμα.

Αν επιδιορθώσεις μια μηχανική βλάβη, μπορεί να κρατήσεις ιστορικό, αλλά δεν επανέρχεσαι σε αυτήν.

Αν είναι «όλα καταγεγραμμένα», τότε γιατί δε διαβάζει καθένας μας αυτή που τον καλύπτει καλύτερα και να τελειώνει με το βάσανο;

Και οι δυο απόψεις έχουν τεκμηριωθεί πλήρως, άσχετο αν είναι εκ διαμέτρου – φαινομενικά – αντίθετες.

Χρησιμοποιώ τον όρο «φαινομενικά», επειδή και οι μεν και οι δε, ειδικότερα οι μηδενιστές, ορμώνται από μια βαθιά πίκρα, την οποία επικαλύπτουν και νομιμοποιούν, τρόπον τινά, με τη θεωρία τους.

Έτσι λέω εγώ, θα μου πείτε.

Κι ακριβώς έτσι είναι.

Δεν ξέρω αν ισχύει το μεν ή το δε.

Και δεν το ξέρω, επειδή κι εγώ πάσχω από αλαζονεία, μόνον ο βαθμός της μένει να μετρηθεί, αλλά ήδη είναι να πάω στην Κόλαση, αφού το βαρύτερο από τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα με ταλανίζει, όσο και η οργή (για τα άλλα καλύπτομαι από το απόρρητο, και το επικαλούμαι).

Και έχω τάσεις να καταλήξω στο εξής:
Όσο πιο ισχυρά είναι τα ορμέφυτα, τα οποία θα μας οδηγήσουν μέσω  της επ’ ημών επενεργείας των επτά θανασίμων αμαρτημάτων, όσο περισσότερο τα δαμάσουμε ή τα αφήσουμε να μας κινούν, τόσο πιο κοντά θα αποδεχθούμε, θα προσεγγίσουμε και κατά περίπτωση θα προκρίνουμε τη μια ή την άλλη θεωρητική απάντηση, κάνοντας και πρακτική εφαρμογή.

Τα δικά μου παραπτώματα, επί παραδείγματι, θα με οδηγήσουν στο μαύρο πιο συχνά από ό,τι εκείνον, ο οποίος ρέπει προς την οκνηρία και την απληστία, αλλά  δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι  η απληστία σε μέσο βαθμό είναι ελλιπής ως προς την παραγωγή μαύρου.

Άλλες εκφάνσεις της καθημερινής ζωής, χωρίς να είναι υποχρεωτικά παράτυπες, παράνομες ή ανήθικες σε σχέση με τον ανθρώπινο Νόμο, συνιστούν μέρος ενός από τα θανάσιμα αμαρτήματα, τα οποία καθένας μας προσπαθεί να αποκρύψει, να διαχειριστεί, ακόμη και να επαινέσει κάποιες φορές. Κάποιες άλλες φορές πάλι, επαινώνται, χάριν απόκρυψης ή διαχείρισης άλλων ανθρώπων, συμπεριφορές και στάσεις ζωής, οι οποίες στην άλλη ζωή θα λειτουργήσουν ως θέση στο τσουκάλι.
Και αυτές ακριβώς οι συμπεριφορές είναι η ανθρώπινη Φύση.

*του Θάνου Αθανασιάδη


Διαβάστε Περισσότερα »

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2016

245 ημέρες *






19+29+31+30+31+30+31+31+13 = 245, σωστά;
Οι 19 του Γενάρη, οι 13 του Σεπτέμβρη και οι άλλοι ολόκληροι, σωστά πρέπει να 'ναι, ειδάλλως θα πρέπει να αλλάξω και τίτλο.

Αλλά δεν έγινα μαθηματικός και να 'ναι καλά και το κομπιουτεράκι δηλαδή.

Έγινα δικηγόρος.

Αρωγός της Δικαιοσύνης, άμισθος συλλειτουργός και όλα τα συμπαρομαρτούμενα, τέλος πάντων.

Και το 2016, στις 12 του Γενάρη συγ-ξεκίνησα (όπως το σύγκαμα, αλλά με ξι) αποχή διαρκείας, με θεσμικά και άλλα αιτήματα.

Ξεχάστηκα να σταματήσω, θα σκεφτείτε. 
245 μέρες είναι πολλές, είτε είσαι ζευγάς, είτε είσαι βασιλιάς, είτε τσαγκάρης, είτε δημόσιος υπάλληλος, του στενού ή του φαρδουλού δημόσιου τομέα (για τις διατομές δεν έχω, ούτε εκφέρω άποψη.

Μπα, καθόλου δεν ξεχάστηκα.
Υπάκουσα.
Στις επιταγές του Σώματος, οσονούπω.
Στις νουθεσίες της Οργανωτικής Επιτροπής του Ανένδοτου (ή ανέκδοτου, θα σας γελάσω) Αγώνα.
Στις Αποφάσεις της Ολομελείας.
Σε όλα.

Και την πρώτη του Ιουλίου (ε, δε γράφω "Ιούλη" που να σκάσει κάθε δημοτικιστής, να σκάσει και να πλαντάξει) εξεδόθη η ΟλΣτΕ1466/2016.

Αυτό είναι απόφαση δικαστική από το Συμβούλιο της Επικρατείας, το μεγαλύτερο Δικαστήριο που έχουμε στη Χώρα. Το λένε και Ακυρωτικό, το λένε και Συνταγματικό. Είναι αυτό που νομιμοποίησε το PSI, νομίζω, είναι αυτό που επέτρεψε και την Κυβέρνηση Παπαδήμου, είναι αυτό που έχει κάνει πολλά πράγματα, τέλος πάντων. Το "Ολ" σημαίνει Ολομέλεια. Σαν να λέμε όλοι οι Δικαστές του Δικαστηρίου αυτού συνεδρίασαν, για να βγει αυτή η Απόφαση, η 1466.

Να κάτι που λέει αυτή η Απόφαση:
"Η απόφαση δικηγορικού συλλόγου για την αποχή των μελών του από τα καθήκοντά τους είναι πράξη νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Η απόφαση αυτή συνάπτεται προς την άσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας· έχει δε υποχρεωτικό χαρακτήρα για τους δικηγόρους που αφορά, ενώ η μη τήρησή της από αυτούς θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να οδηγήσει στην επιβολή κυρώσεων σε βάρος τους. Συνεπώς, η ως άνω απόφαση είναι εκτελεστή διοικητική πράξη και παραδεκτώς προσβάλλεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η νομιμότητα της απόφασης περί αποχής των δικηγόρων εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από τον χρόνο διάρκειας της αποχής. Οι αποφάσεις των δικηγορικών συλλόγων που κηρύσσουν αποχή των μελών τους από την άσκηση των καθηκόντων τους, ερειδόμενες κυρίως στις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 89 παρ. 1, 90 περ. γ΄ και δ΄ του Κώδικα Δικηγόρων, συνιστούν νόμιμο μέσο δράσης των συλλόγων και δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα ή σε άλλες υπερνομοθετικές διατάξεις. Υπόκεινται όμως σε περιορισμούς που επιβάλλονται από τη φύση της δικαιοδοτικής λειτουργίας ως μιας από τις τρεις κρατικές λειτουργίες (άρθρο 26 του Συντάγματος), η οποία δεν νοείται να παραλύει σε ένα Κράτος Δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των δικηγόρων, οι οποίοι συμβάλλουν στην απονομή της Δικαιοσύνης ως συλλειτουργοί της. Ο χρόνος διάρκειας της αποχής ελέγχεται ακυρωτικά από το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο, ασκώντας έλεγχο ορίων, σταθμίζει αφενός τους λόγους που οδήγησαν στην κήρυξη της αποχής, αφετέρου την έκταση (με κριτήριο το εύρος και τη σημασία των κατηγοριών υποθέσεων τις οποίες αφορά η αποχή) και το είδος των πράξεων που επιτρέπεται να διενεργούνται από τους δικηγόρους κατά τη διάρκεια της αποχής, καθώς και τα δικαιώματα και συμφέροντα των θιγομένων (συμπεριλαμβανομένων του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου) από την απόφαση περί αποχής".

Να το κάνω λιανά για σας που δεν πήγατε Νομική:
"Μην το τραβάς το σκοινί, παιδί μου"
"Άντε μου στο διάολο, παιδί μου"
"Μάζεψες το λεφτόδεντρο, παιδί μου;
Πώς ζεις, πώς επιβιώνεις;"

Διότι, θα σας φανεί ίσως ακόμη και παράξενο, δικηγόρος ήταν αυτός που αναζήτησε το δίκιο "του" ενώπιον της Ολομελείας των Ανωτάτων Διοικητικών Δικαστικών Λειτουργών της Χώρας.
Και δικηγόρος το βρήκε, όταν εγώ υπάκουα στις Αποφάσεις του Συλλόγου μου και της Ολομελείας των Συλλόγων και όποιου έβρισκα μπροστά μου, γενικώς.

Α! Πρωτίστως υπάκουος, έτσι πρέπει να είναι οι άμισθοι αρωγοί της Δικαιοσύνης ενώπιον των Οργάνων.

Κοίτα όμως που άλλα είπε το Συμβούλιο της Επικρατείας!

Τώρα, ποιος είχε δίκιο, θα σας γελάσω, κανά δικηγόρο να ρωτήσουμε.

Και νομίζω ότι θα πάρουμε δυο απαντήσεις, χοντρά μετρώντας το το πράμα, άσπρο - μαύρο, χωρίς ενδιάμεσους λεπτούς χρωματισμούς, ανταυγάσεις και σκιάσεις, φωτεινούς τόνους και μείξεις:

Αν ρωτήσεις παραλή (και δεξιούλη, ελαφρώς ονυχοπατώντα), του κλάδου θα σου πει ότι κακώς το ΣτΕ εξέδωσε την Απόφασή του αυτή, διότι έτσι θα την πατήσουν οι μικροί του κλάδου των δικηγόρων. Είναι οι ίδιοι που έχουν στο γραφείο τους δέκα στρατιές από δαύτους τους "μικρούς" και τους πληρώνουν 500 ευρώ το μήνα. Συνάμα, έτσι θα πουν και οι μικροί του πεντακοσάρικου, επειδή, αν κάνουν και κουνήσουν, τους έφαγε η μαρμάγκα. Μαύρο.

Αν ρωτήσεις μαχόμενο του κλάδου, ούτε φτωχό, ούτε πλούσιο, είτε φτωχό είτε πλούσιο, και φτωχό και πλούσιο, που ζει όμως από τη δουλειά του, θα σου πει ότι καλώς εξέδωσε το ΣτΕ την Απόφασή του αυτή, διότι το λεφτόδεντρο κάποιος ξέχασε να το ποτίσει και μαράθηκε και 245 μέρες είναι πολλές για τον τσαγκάρη, το ζευγά το βασιλιά, μην τα ξαναλέμε. Άσπρο.

Έτσι που λέτε..........
Α! Μην ξεχάσω και το άλλο:
Το 2011 ένας τύπος που (μάλλον καθόλου) τυχαία χαρακτηρίστηκε από τον Ιταλικό Τύπο "Συγγραφέας της Δεκαετίας", εξέδωσε το βιβλίο του: "I pesci non chiudono gli occhi". 

Ο τύπος λέγεται Erri de Luca (καμία σχέση με τη φίλτατη κυρία Λουκά, τσεκαρισμένο) και το βιβλίο μεταφράστηκε φέτος και στα Ελληνικά. Ευτυχώς, διότι Ιταλικά δεν κατέχω.

Το βιβλίο να το διαβάσετε, είναι εξαιρετικό, το πάω σιγά σιγά, διότι, και χρόνο είχα μέχρι σήμερα, και είναι απολαυστικό, πραγματικά.
Αποτελείται από - μόλις - 170 σελίδες.

Άντε πάλι με τα μαθηματικά:
1η Ιουλιου - 31η Ιουλίου = 31 μέρες.
1η Αυγούστου - 31η Αυγούστου - 31 μέρες.
1η Σεπτεμβρίου - 13 Σεπτεμβρίου = 13 μέρες

31+31+13= 75 μέρες.

245 μέρες αποχής, μείον τις 75 ημέρες από τότε που εξεδόθη η ΟλΣτε1466/2016 μας κάνουν 170 ημέρες νόμιμης και υπάκουης αποχής, ταις βουλαίς και ταις νουθεσίαις των Οργάνων και του Συντονιστικού και της Επιτροπής Αγώνα και όποιου άλλου είναι να υπακούσουμε, παιδιά, μην κάνουμε τους μίζερους στην υπακοή. 
Άμα σκύβεις, σκύψε καλά.

Αλλά αυτές τις τελευταίες 75 ημέρες αποχής, παρά τη Δικαστική Επιταγή, μολονότι υπάκουσα στα Όργανα και την Επιτροπή και την Ολομέλεια, νιώθω ότι, ή κάτι δεν έκανα καλά, ή κάποιος δεν μου το 'δωσε να το καταλάβω καλά.

Αχ! Ξέχασα να πω ότι εγώ ουδέποτε ψήφισα υπέρ της αποχής!

Μάλιστα, ούτε καν έκανα τον κόπο να ασκήσω το αναφαίρετο υπό του Συντάγματος θεμελιωμένο μου δικαίωμα να συν - απο - φ α σ ί σ ω  μαζί με δεξιούληδες ακροπατητές και τα τσιράκια τους, τα υπό του πεντακοσάρικου ορμώμενα και συναγελάζοντα παρά τοις βοσκοίς και τοις κυσίν αυτών.

Παράλειψίς μου, σχωρνάτε με.

Και για να μην ξεχάσω τον τίτλο του βιβλίου του de Luca στα ελληνικά, λέγεται:

Τα ψάρια δεν κλεινουν τα μάτια.

Και προσπαθώ να καταλάβω, γιατί εγώ έκανα επί 170 ημέρες νόμιμη αποχή (όσες και οι σελίδες του βιβλίου που είναι μικρό και τελειώνει γρήγορα, εάν δεν το διαβάσετε κι εσείς αργά, όπως έκανα εγώ, επειδή είχα χρόνο ελεύθερο, ως απέχων εκ των καθηκόντων μου, και γιατί, όταν εγώ δεν έκανα νόμιμη αποχή, αφού έτσι αποφάσισε η ΟλΣτΕ, δε μου τράβηξαν το αυτάκι να μου πουν: 

"Κατεργαράκο, μου διάβαζες βιβλιαράκια με το πάσο σου; Άμε τώρα να λειτουργέψεις!"

Ξέρετε, ε; Οι Δικαστές είναι σοβαροί.
Αμίλητοι.
Και τα βλέπουν όλα.
Σαν τα ψάρια, που δεν κλείνουν τα μάτια.

Αλλά, από τον Ιούλιο μέχρι και σήμερα, δεν καταλαβαίνω, ήταν κλειστά;

Γιατί δεν τράβηξαν το αυτάκι κανενός;
Δε θα το είδανε, λέω εγώ.

Άντε πάλι με τα μαθηματικά:
19+29+31+30+31+30+31+31+13...............

Αυτά τα τελευταία τρία κόλπα του ένα και του τρία, ίσα ή ανάποδα, 31 31 13, ούτε για το λότο δεν κάνουν.

Ίσως τα παίξω στο λαχείο. Κληρώνει σήμερα.

* του Θάνου Αθανασιάδη

Διαβάστε Περισσότερα »

Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2016

The Miracle of Art *




«Κι ο Χάρης; Ο Χάρης τι θα βγάλει, μου λες;» διαμαρτυρήθηκε – και με το δίκιο της - η όχι-και-τόσο-μωρή παρθένα.

«Και καλά, δε χρειάζεται άδεια, και καλά, χωρίς το κατιτίς μας, όλα τζάμπα πια! Ε, ας πάει να το κάνει μόνος του. Κι αν το κάνει δηλαδή, ο παλιόγερος, ο τζαμπατζής. Μωρέ στα καλάμια θα τον χώσω, πίσω στα μπλόκια, να τους φάνε τα κουνούπια, κοντά στα τσαντίρια των γύφτων, κάτω από τα λύματα, με τις νταλίκες να κορνάρουν καθώς θα παίρνουν στροφή στην ανηφόρα!»



«Μήπως υπερβάλλεις λίγο, μωρή παρθένα μ’; Μήπως σε πάρουν γραμμή ότι το κάνεις επίτηδες, επειδή δεν τσίμπησες το κατιτίς σου;», είπε μειλίχια ο επτασάγωνος τυροπιτάκιας, μειδιώντας άμα – διότι ούτε κι εκείνος είχε κατορθώσει να τσιμπήσει κάτι – όπως ούτε κι ο άλλος, ο μπαίχτης ο καδρονάτος.



Κανείς δεν τσίμπησε τίποτε.



Επέμεινε η μωρή: «Ούτε να του πουν του παιδιού να τους παίξει κάτι – με το αζημίωτο, φυσικά! Τσιριχτοί τραγουδιάρηδες από τας Αθήνας, βέβαια, ούτε σουβλάκια, ούτε κλαρίνα του κάνουν του κυρίου! Ντενεκέδια και προσωπική εργασία και … δωρεάν!!! Το καταλαβαίνεις;;; Δωρεάν!!! Αμ έτσι το θέλεις, κύριε; Θα δεις εσύ! Τελευταία στιγμή θα σε πάω, στη γούβα θα σε χώσω, να μάθεις πώς είναι τα πράγματα εδώ! Κι ας δούμε πόσοι θα έρθουν να δουν τις χαμάρες σου. Όχι, που θ’ αφήσουν το βιδωμένο νεράντζι που ‘φτιαξε ο Χαρούλης μου, για να δούνε τσιγκολελέτες!»



Ο χωριάτης που διαφέντευε την πόλη, δεν πήρε γραμμή τίποτε. Του είχαν όμως υποσχεθεί κι αυτουνού το κατιτίς και το περίμενε, επί ματαίω. Τσαντίστηκε, η αλήθεια να λέγεται, αλλά, ωσάν χωριάτης, έβαλε κατά νου ότι μπορεί να είχε άλλα οφέλη αυτή η δουλειά.

«Άστους να σφαχτούνε μεταξύ τους και μετά θα εμφανιστώ ως θεματοφύλακας της Αρχής, την οποία εκπροσωπώ, και θα τσιμπήσω όσα ψηφαλάκια δω εύκαιρα. Ναι, αυτό θα κάνω! Κι αν ο γέρος δεν τα καταφέρει, θα τους πω ότι δε με ρώτηξε. Μόνο να κανονίσω να είμαι σε κανά πανηγύρι, όταν με αναζητάνε και να μην ξεχάσω να πω και του κολαούζου να μου βρει κανά εμπιθρί με κανά κλαρίνο, αλλά διακριτικό, να μην τηνέ πατήσω σαν τον Αείμνηστο που τονέ πήρανε γραμμή, όταν έβαζε Πίτσα στο Μέγαρο. Μα, κι αυτός ο άνθρωπος, τι πήγε και κάλεσε ‘κει, τραγουδιάρηδες από τους τσιριχτούς; Δεν έκανε να φέρει κανά ντιριντάχτα, πώς έκανε ο καρπούζης προχτέ;»



…….


Εννιά η ώρα.

Νταλίκες παρκαρισμένες, τόσες που να μη βλέπεις πού είναι ο χώρος της εκδήλωσης. Μάλλον το ξεφούρνισαν το μυστικό («πού είναι, ρε παιδιά;;;») οι ψαράδες και οι γύφτοι κι αυτοί που χέζουν στα μπλόκια και τα πρεζόνια και τα παιδάκια που κάνουνε παρκούρ πάνω στο θάνατο της πόλης, τα μπλόκια τα παρατημένα, και οι γαμιάδες που πετάνε τις καπότες, για να ξέρει ο κόσμος ότι εκείνοι γάμησαν – πώς κάνουν τα σκυλιά που κατουράνε τη ζώνη κυριαρχίας τους.


Το λούνα παρκ ανοιχτό, μουσική στο τέρμα, επιτέλους λίγη τέχνη ανεκτή. Μόνο φως κατεύθυνσης αυτό. Αν δεν ήσουν από τούτα τα μέρη, σιγά μην πήγαινες κατά το σκοτάδι.



Κι εκεί, πίσω στα καλάμια, στο χώμα και τη λάσπη από τις σωλήνες που κλέβουν νερό «για της ανάγκες της επιχείρησης», εκεί, με πλαστικές καρέκλες, εκεί, με συρμάτινες υπενθυμίσεις του ποιος-κάνει-κουμάντο-εδώ, πίσω από το τίποτε, εγεννήθη κάλλος.



«Μπαμπά, πώς το επέτρεψαν αυτό το θαύμα;

Εδώ τίποτε όμορφο δεν αφήνουν να ζήσει!», απόρησε ο μεγάλος.



Γεμάτος ο χώρος από κόσμο που δε συνωστίζεται, δεν εμποδίζει, δε φωνασκεί. Έχουν όλοι χάσει τη λαλιά τους. Όλοι κάθονται και θαυμάζουν. Δεν είναι το μήνυμα της ανακύκλωσης και η περιβαλλοντολογική ανησυχία αυτή που τους έχει ημερώσει. Δεν είναι το γελοίον του περιβάλλοντος χώρου, αυτό που - σε άλλες περιπτώσεις - θα ήταν ικανό να τους εξαγριώσει.



Είναι η Τέχνη.



Η απόλυτη ομορφιά που ξεπήδησε από το μυαλό και την ψυχή, την εμπειρία και το καταστάλαγμα του ανθρώπου, ο οποίος υπερέβη εαυτόν και έδωσε το είναι του. Αυτό θαυμάζει ο γραμματιζούμενος κι ο αγράμματος αντάμα, επειδή η Τέχνη η σαφής, η ολοκληρωμένη, η γραμμή προς τη Θέωση δεν έχει κοινό απομονωμένο, δεν έχει ειδήμονες και μη, επειδή ψυχή έχουν όλοι - κι η Τέχνη στην Ψυχή απευθύνεται.



Όλοι; Ίσως όχι όλοι – όλοι. Σε μια περίοπτο θέση ο  χωριάτης διαφεντευτής έχει βάλει στο εμπιθρί τα κλαρίνα και η παρθένα έχει τα μούτρα κατεβασμένα, διότι δε μπορεί να χωνέψει ακόμη ότι ο παλιόγερος τα κατάφερε, ούτε ότι όλο τούτο το πελατολόγιο δε θα πάει στο βιδωμένο νεράντζι απόψε. 



Κι ανοίγοντας εκείνη η βραδιά ακούγονται τα συνήθη. Μόνο μια ψυχή που ξέρει τι συνέβη για να γίνει η Αρετή κτήμα, μπουκώνει και το παλεύει και το ξαναπαλεύει, αλλά στο τέλος μπουκώνει και κάνει την Οργή δάκρυ και συγκίνηση.



Κι ο άνθρωπος με τη Φωτιά στο μυαλό και την Τέχνη στα χέρια λέει τρεις αράδες:


«Αγαπώ την πόλη αυτή, έφτιαξα αυτό για σας, ελπίζω να το χαρείτε».



Μα δε χρειάζεται να πει τίποτε.



Μιλούν γι’ αυτόν και τον τιμούν οι άνθρωποι που ξέρουν καλά την Τέχνη τους – εκείνοι ήρθαν μόνο για εκείνον.



Οι ευγνώμονες παριστάμενοι ξεχνάνε τον περιβάλλοντα χώρο, αποδιώχνουν το βάρος της Ψυχής και την αφήνουν να πετάξει για λίγο στους ουρανούς, όσο οι φωνές και τα φώτα και το Έργο τους ταξιδεύει. 

Γίνονται, γινόμαστε όλοι, καλύτεροι άνθρωποι.



Ο χωριάτης ακούει για λίγο το πρόγραμμα – τέλειωσε το εμπιθρί δέκα λεπτά πριν, αχ! αυτός ο κολαούζος!

«Δεν ειν’ κακό, πιο πολλή πλάκα έχουν τα κλαρίνα όμως», μονολογεί, ίσως ελαφρώς πιο δυνατά από όσο θα 'πρεπε, αλλά δεν τον ακούει κανείς – δηλαδή τα αυτιά που τον ακούν δεν πιάνονται, ο ένας ξέρει μόνο από «εν σώματι υγιεί» κι η άλλη κάνει υπολογισμούς των χαμένων εισπράξεων.



Εμείς οι άλλοι, ήρεμα αναστατωμένοι κι ευχάριστα, νιώθουμε το φέγγος της βραδιάς να χάνεται και ξαναγυρνάμε - ευτυχείς και δυστυχείς συνάμα – στο βούρκο, στα μπλόκια, στις πεταμένες καπότες, στις νταλίκες, στη βρωμιά και της δυσωδία της μικρής μας πόλης.



Κι εμένα μου ‘ρχονται κείνου του λιγδιάρη τα λόγια, τη στιγμή που δίπλα στην εν τω τόπω εκπροσωπούμενη ελεγκτική του Τύπου Αρχή κάτι μπαρμπαλίζω ανεξέλεγκτα και χωρίς συναίσθησιν της θέσεώς μου, ως εκ της ιδιότητός μου ως αμίσθου (να υπογραμμισθεί) παραστάτου και αρωγού της Δικαιοσύνης:

«Άστον αυτόν να τα πει, εσύ μην εκτίθεσαι».



Αλλά αυτά δε γίνονται σε ευνομούμενες πολιτείες και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα και να μην τους ακούτε τους παραμυθάδες ψευταράδες δικηγόρους.

(Αφιερωμένο στους υπέροχους ανθρώπους της Όπερας του Νερού και του Ονείρου)

* του Θάνου Αθανασιάδη
Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή, 3 Ιουλίου 2016

Μεταφράζοντας *





Λατρεύουμε τη μετάφραση.
Επειδή μπορούμε, επειδή μας αρέσει, επειδή μας βολεύει.

Η αγγλική, ενδεχομένως κι άλλες γλώσσες, αλλά εγώ αυτήν ξέρω, εξόν από τη μητρική μου, χρησιμοποιεί δύο όρους:
translation & interpretation.

Ίσως βοηθήσει τους αγγλομαθείς αυτή η αναφορά, αν και οι πιο κλασικοί θα πουν ότι translation είναι η μετάφραση, ενώ interpretation η ερμηνεία.

Θα γίνει όμως αντιληπτό, είμαι σχεδόν βέβαιος, πιο κάτω, ότι το ζητούμενο δεν είναι ακριβώς η ερμηνεία, αλλά η λεπτή, όσο και ουσιώδης ενδιάμεση έννοια, η οποία στα ελληνικά είναι μεν διακριτή μέσω των συμφραζομένων, πλην όμως είναι και ελαφρώς δαιδαλώδης σε επίπεδο κατανόησης, όσο και το είδος μας.

Και οι δυο είναι δόκιμοι, πάντως, όροι, και χρήσιμοι στην παρούσα σκέψη, αλλά το interpretation λίγο περισσότερο.

Ήδη «μεταφράζω» κατά το δοκούν και το σκόπιμο - και μόλις αντιστρατεύτηκα τον ισχυρισμό μου, εάν το προσέξατε.

Υποχρεωτικά, θα πει κανείς, βλέπουμε τις ενέργειες των άλλων υπό το πρίσμα της δικής μας προσωπικότητας.

Όχι υποχρεωτικά, θα υποστηρίξω, εν προκειμένω, αφού υπάρχει πάντοτε και η αντικειμενική πραγματικότητα.

Αλλά το πράττουμε, διότι, εάν δεν το κάναμε, θα ήμαστε όλοι αντικειμενικοί – και αυτό θα αντίκειτο στην Αρχή της Διαφορετικότητας.

Το πρίσμα μας, αυτό μέσα από το οποίο γεννώνται τα γούστα μας, οι προτιμήσεις μας, μέσα από το οποίο εκφράζονται αυτά τα γούστα και εκείνες οι προτιμήσεις, είναι, επομένως, μια οπτική μέσα από δυο κάτοπτρα:
Το κάτοπτρο που φτιάξαμε, όταν χρειαζόταν να επιλέξουμε τι «θα μας αρέσει», και το κάτοπτρο που χρησιμοποιούσαμε κάθε φορά που έπρεπε να αλλάξουμε ή να αλλοιώσουμε τις αρχικές μας διαπρισματικές επιλογές.

Το ένα μέσα από το άλλο, εμείς μέσα από εμάς.






Ένα απλό παράδειγμα: Ο μικρός μου γιος με ρωτάει γιατί έχω τόσες μαύρες μπλούζες.

Εγώ αναρωτιέμαι – σχεδόν ακαριαία – αν δεν έχει καταλάβει ότι όλοι οι χοντροί φοράνε μαύρα για να «κόβει» το περίγραμμα της κοιλάρας.

Όμως του απαντώ πηγαίνοντας πιο πίσω, ότι κάποια στιγμή στα είκοσί μου, κόλλησα με αυτό το χρώμα και το κράτησα από συνήθεια.

Είπα μια αλήθεια και είπα και μια άλλη, από μέσα μου, χωρίς να είναι ποτέ στη φύση μου, το μωβ, το ροζ, το λιλά, το λευκό.

Κι έκρυψα μια τρίτη.
Επέλεξα το μαύρο από εικόνες ορφανών και χήρων, οι οποίες είχαν εντυπωθεί στο μυαλό μου. Κι εγώ στα είκοσι ορφάνεψα.

Επέλεξα το μαύρο, όταν το στερεότυπο του κουλ έγινε εικόνα μέσα από την πρώτη μας τηλεόραση (Tesla, παρακαλώ) και το Χάμφρεϋ Μπόγκαρτ.



Επέλεξα το μαύρο, όταν ήθελα τα κοινότυπα καστανά μάτια μου να είναι μαύρα.

Ποια έκρυψα;


Επέλεξα ή «επελέγην»;
Διαμόρφωσα στυλ ή με έφεραν, ζωή και καταστάσεις και συλλογικό ασυνείδητο, σε αυτό που είναι απλώς μια ακόμη φιγούρα σε έναν κόσμο που επιλέγει χρώματα μεμονωμένα (άσπρο, κίτρινο, κόκκινο, μπλε, κανένα καραβάκι δε βλέπω στο Αιγαίο), το σύνολό τους (this should be white, old folks), ή τον απορροφητήρα τους;

Και, φυσικά, («φυσικά;») όποια απάντηση και να έδινα στο μικρό μου γιο, λάθος δε θα έκανα, ψέμα δε θα έλεγα.

Κι αν ήθελα να πω στον εαυτό μου ότι είπα όλη την αλήθεια, θα έλεγα και ότι σιχαίνομαι το ροζ, το λιλά και το φυστικί.

Αλλά αυτό δε θα ήταν αλήθεια.

Διότι θα διαθλούσα και πάλι την πραγματικότητα, «ξεχνώντας» ότι έχω μια εικόνα από αυτόν ακριβώς το χρωματικό συνδυασμό, πάνω σε άλλον άνθρωπο, η οποία με είχε μαγέψει – και πάντοτε θα το κάνει.

Είναι ίσως αστείο το γεγονός ότι ο χρωματικός συνδυασμός που μόλις ανέφερα, δεν είναι ακριβής. 

Εγώ έχω βάλει αυτά τα τρία χρώματα να αντιπροσωπεύουν εκείνην την εικόνα, επειδή εγώ επιλέγω να την αλλοιώσω, ώστε να δικαιολογήσω την αρνητική εντύπωση.

Θα αλλοίωνα  - και το κάνω – κάθε φορά το χρώμα, επειδή το χρώμα αυτό χρησιμοποιεί ένας αντίζηλός μου κι αυτόν τον άνθρωπο κάποιος που εγώ επιθυμούσα, δε θα τον άλλαζε ποτέ για μένα.

Μίσησα το χρώμα, επειδή το συνέδεσα με μια εικόνα – όχι όμως του χρώματος, αλλά του εμπεριεχομένου.

Και είναι όλα χρώματα, και τα γούστα είναι γούστα.

Οι άνθρωποι επιλέγουμε ή επιλεγόμαστε.
Λέμε και ξελέμε.

Μεταφράζουμε την εικόνα μπροστά στα μάτια μας με αυτήν που έχουμε δημιουργήσει, για να συνεχίσουμε τη ζωή μας.

Διατηρούμε την ψευδαίσθηση πως αυτό που εμείς είπαμε, αυτό που εμείς είμαστε, δεν είναι αντικείμενο κρίσης, δεν υπόκειται σε κριτική ή έλεγχο, ότι εμείς έχουμε τη δυνατότητα αυτή, επειδή εμείς πάθαμε, εμείς δε χρειαζόταν να μάθουμε από το πάθημα, επειδή εμείς δε θα μπορέσουμε να συγχωρέσουμε, αφού εμείς υπερβαίνουμε την υποκειμενική θεώρηση των άλλων εις βάρος μας και μένουν μόνον τα καλά.

Ξεπερνάμε το πρόβλημα που δημιουργήσαμε φτιάχνοντας τοίχους από εικόνες, οι οποίες επιδοκιμάζουν το εγώ μας. Μέσα σε αυτές, μέσα από αυτές, εμείς δεν ευθυνόμαστε, εμείς δεν είμαστε σαν τους άλλους, σε μας δεν έπρεπε να συμβεί.

Κι αντίστοιχα, όταν μας καταστεί υποχρεωτικό να δικαιολογήσουμε τις επιλογές μας, με περισσή ευκολία ισχυριζόμαστε για κάποιον άλλον ότι λίγα ήταν τα καλά του, αφού δεν τον έχουμε, διότι σε κάθε άλλη περίπτωση θα έπρεπε να υποστούμε τις συνέπειες και της διατήρησης των προτιμήσεών μας και των επιλογών μας, αφού με το λιλά μείναμε, με το ροζ ζούμε και φυστικί είναι ο ρόλος μας στη ζωή.

Το μαύρο είναι για τα ορφανά. 

*του Θάνου Αθανασιάδη
Διαβάστε Περισσότερα »

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2016

Simon says *



Έχω ένα φίλο από τα δώδεκά μου. Ο ένας ανακάλυψε τον άλλο τυχαία, εξαιτίας μιας κασέττας των Pink Floyd. Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος είχαμε πικάπ, οπότε συναντηθήκαμε σε ένα υπόγειο ενός δισκάδικου στη Θήβα, εκεί που είχε τα "ροκ". Σαν να ξεφύτρωσε στο χώρο, ένιωσα ότι ήταν από πάντα εκεί και δεν τον αποχωρίστηκα έκτοτε ποτέ. 

Α! Ο πωλητής ήταν ροκάς και ψαγμένος, μέχρι και τους Police είχε, Μessage in a bottle & Roxanne, και Janis Joplin και Jeff Beck & Eric Clapton, αλλά πούλαγε τα πάντα. 

Θυμάμαι, του είχα ζητήσει και μια άλλη κασέττα που να είχε μέσα "το ska chou chou, τα παπάκια, το γκαζολίν και ροκ". Θήβα, 1980. Το μαγαζί ήταν σοβαρό, στο ισόγειο είχε δημοτικά, βαριά λαϊκά, Στράτο, Στέλιο και Θέμη Αδαμαντίδη. Ακόμη και ο δίσκος του Χάρρυ Κλυν κάτω ήταν. Αλλά ο τύπος ξηγήθηκε και μου έγραψε την κασέττα, όπως τη ζήτησα. Είχα ψωνίσει και από το παζάρι το Am Fenster των City, είχα και τις 16 Χρυσές Αναμνήσεις, τους Beatles ως το Abbey Road είχα και το Tubular Bells του Mike Oldfield, τα είχα όλα για να είμαι ένας αξιοπρεπής δωδεκάχρονος ροκάς κι επαναστάτης της εποχής. Ήταν εκεί δίπλα, στη Studio 54 των Θηβών, η πρώτη μου επαφή με τη διάνοια του ήδη ταξιδευτή David Bowie, από μια οκταφωνική στα 2.000dB και βάλε: κι εκείνος έσβησε τη φωτιά με βενζίνη κι εμένα κάηκαν όλα μέσα μου - κι έπρεπε όλα να τα μάθω κι όλα να τ' ακούσω, για να φτάσω πίσω, στον Tim Buckley, και μπροστά, στο Nick Cave.  
Ένα χρόνο μετά ο Ανδρέας Παπανδρέου θα έσωζε τη χώρα κι έπρεπε να είμαι προετοιμασμένος. 

Ναι, φυσικά ο δίσκος ήταν το The Wall, φυσικά ο φίλος μου κι εγώ τον ακούγαμε περί τις 10 ώρες την ημέρα - και δη τη νύχτα, μέσα στη νύχτα. Από μια παραδοξότητα της τύχης, είχαμε σχολείο απογευματινό, δύο με επτά παρά είκοσι, μετά αγγλικά ως τις εννιά και μετά ήμαστε ελεύθεροι. Φτιάχναμε αεροπλανάκια του Β' Π.Π. σε κλίμακα 1:72, τρώγαμε σε ένα εστιατόριο κοντά στο Σιδηροδρομικό Σταθμό της Θήβας, διαβάζαμε Tα Μυστήρια του Σύμπαντος των Pauwels & Bergier, τα Κατά Συνθήκην Ψεύδη του Μαξ Νορντάου, το Αν του Κίπλινγκ, Το Μεγάλο Περίπατο του Πέτρου της Άλκης Ζέη, την Εγκυκλοπαίδεια του Κουστώ, παίζαμε ηλεκτρονικά, είχαμε στήσει τραπέζι Subbuteo, κάναμε καράτε, δοκιμάζαμε την αίσθηση του ιλίγγου βγαίνοντας έξω από το μπαλκόνι από το δεύτερο όροφο - χωρίς χέρια, παρακαλώ! - παίζαμε μπάλα και κάναμε ποδήλατο κοντά στα σίδερα του Σταθμού και το βράδυ, αργά, ακούγαμε το Wall, ξανά και ξανά, στροφή τη στροφή, τραγούδι το τραγούδι, Α' πλευρά, Β' πλευρά και ξανά απ' την αρχή. Έλειπαν τραγούδια από την κασέττα, ήταν εξηντάρα και ο δίσκος 81'. Μετά το In the flesh δεν υπήρχε κόσμος, ούτε μουσική. Δεν είχα τσιγκουνευτεί τα χρήματα για την 90άρα, απλά αυτό επέλεξε ο ψαγμένος ροκάς πωλητής δίσκων σε κείνο το υπόγειο, κοντά στα παλιά Δικαστήρια. Ποτέ δε συμπαθήσαμε τα τελευταία κομμάτια, εκείνα που δεν ακούσαμε τότε. Ποτέ δε βιώσαμε τον πλήρη κύκλο: "isn't this where . . . we came in?"

Ο φίλος μου αρέσκετο στη βωμολοχία. Εγώ όχι. 
Ο φίλος μου τα έλεγε έξω απ' τα δόντια. Απευθυνόταν στους ανθρώπους με αντικειμενικότητα, με μηδέν ανεκτικότητα γεμάτος οργή για το ποιόν της ανώφελης ύπαρξής τους. Μηδενιστής κι απαισιόδοξος, κυνικός και είρων, επιθετικός και σαρκαστικός, γνώστης των Ιερών Κειμένων, αντιμουσουλμάνος, αντπαγανιστής, και ο απόλυτος αντίποδας ενός γόνου καλής οικογενείας, με Αρχες και τρόπους, δίχως πολλούς φίλους, με χαμόγελο, το οποίο ανέκαθεν έκρυβε συναισθήματα ποικίλα και διάφορα της παιδιάστικης, δήθεν ευτυχισμένης, καθημερινότητας. "Εσύ είσαι σοβαρός, δε χρειάζεται να λες αστεία", αυτό είχα ακούσει κάποτε από τη διδασκάλισσα μητέρα μου. Αυτό που ήταν ο φίλος μου, αυτό δεν το ήθελε. Αυτό που  ήθελε εκείνη από εμένα, αυτό θα έβλεπε.

Έχουν περάσει χρόνια από τότε. Το φίλο μου δεν τον λέω ποτέ με τ' όνομά του, έχει επιλέξει να ζει στις σκιές. Όποτε συνομιλούμε, εγώ χρησιμοποιώ το ιδίωμα των νομικών, ένα συνοθύλευμα από όρους, αρχαϊζουσας και καθαρεύουσας μαζί με αγγλικές εκφράσεις, από τις οποίες ποτέ δεν κατόρθωσα να ξεφύγω, εκείνος πάλι μόνο βρίζει. Καμιά φορά θυμόμαστε τα παλιά, τις μέρες της γνωριμίας μας, το πώς κατόρθωσε να με εκτρέψει σε παραβατικά μονοπάτια, οι νομικές  συνέπειες των οποίων έχουν από καιρού παραγραφεί. Συνήθισα, από εκείνο το παλιό αγγλικό παιχνίδι, να τον αποκαλώ Simon.

Δεν ξέρω πια αν το παλιό παιχνίδι και οι κανόνες του έχουν  να κάνουν με τη χρήση που του επιφυλάξαμε στα χρόνια που πέρασαν εμείς οι δυο οι φίλοι. Όπως και το ξυλίκι, οι μπίλιες και ο πόλεμος, έχω πια ξεχάσει. Οι όροι είναι αυτοί που θέσαμε μεταξύ μας και είναι οι εξής: Εγώ αναλύω στο Σάιμον την τρέχουσα πολιτική κατάσταση υπό το δικό μου πρίσμα, εκείνος βρίζει και αντ-αναλύει. Εγώ βγάζω μέσα από τις βωμολοχίες αυτό που με ενδιαφέρει, προκειμένου να εξαρτήσω την επόμενη σκέψη μου από τη σκέψη του επαναστάτη των σκιών φίλου μου. Είμαστε κι οι δυο ευχαριστημένοι με αυτόν τον τρόπο. Ο Σάιμον πληροφορείται τα νέα, χωρίς να ρωτάει κανέναν άλλον, εγώ εκμαιεύω απαντήσεις, τις οποίες κανένας άλλος δε θα μου έδινε χωρίς υπεκφυγές, κρυψίνοιες και δεύτερες σκέψεις.


Τούτη η φορά ήταν, ωστόσο, διαφορετική. Πρώτη φορά συζητήσαμε, μετά την 25η Ιανουαρίου 2015, μετά τις εκλογές, οι οποίες έφεραν το Σύριζα στη θέση του πρώτου στις προτιμήσεις του ελληνικού λαού. Συγκυβέρνηση, αλλά με Συριζαίο Πρωθυπουργό. Είχε περάσει ένας μήνας και η αρχική ενθουσιώδης αντίδραση έχει καταλαγιάσει. Σιώπησα συνειδητά, αναμένων τις εξελίξεις.


Η γέφυρα, το ζητούμενο φέρεται να ήταν και να παραμένει η γέφυρα πάνω από το οικονομικό χάσμα, το οποίο άφησε ο ατάκτως υποχωρήσας. Χάσμα ρευστότητας, κενό διαδοχής. Κι όμως υποτίθεται ότι αντεθνικοί είναι οι Συριζαίοι, εθνικόφρονες οι πρώην συγκυβερνήσαντες. Χάθηκαν, λέει, τρία δις για τη διενέργεια εκλογών.

Τι είχε όμως να πει πάνω σ' αυτά τα δεδομένα ο Σάιμον; Πώς είδε την αλλαγή ρότας; Την είδε πράγματι ως αλλαγή ή δικαιώθηκε εκείνη η παλιά μου φίλη, η οποία είπε ότι τίποτε δε θα σώσει την Ελλάδα;

Παραδόξως τούτη τη φορά, ο Σάιμον δεν είχε πολλά να πει, μάλλον πολλά να βρίσει - τουλάχιστον άμεσα. Έμεινε να ατενίζει το κενό, καθώς ο μονόλογός μου, η ενημέρωση πάνω στα πλήρη και τα κενά, τα σαφή και τα ασαφή σημεία, του φάνηκε πλημμελής και πολλές φορές οι αναφορές και περιγραφές μου τον οδήγησαν να μου ζητήσει περισσότερες εξηγήσεις, γιαυτό και για κείνο και για τ' άλλο. Ιδιαίτερα τον εξίταρε η θεωρία των Παιγνίων, άλλα ζητήματα αιχμής που μνημονεύθηκαν και αναφέρθηκαν ετέθησαν εν σχέσει προς την τρέχουσα γεωπολιτική συγκυρία. Εντύπωση του έκανε το Κράτος του Ισλάμ. Παλιότερα για ένα νύχι ενός αμερικανού ή γάλλου πολίτη θα γινόταν πόλεμος και τώρα με τα κεφάλια παίζουν μπάλα στο Ιράκ, αλλά με τρόπο, με ησυχία, εκτός κι αν μπει γκολ.

Λίγο πολύ σε σας είναι γνωστά αυτά που του μετέφερα στη ροή των ημερών. Δεν είναι σαφή, όσο κι εγώ θα 'θελα, αλλά αυτά είναι. Δε βοήθησε και πολύ η αναφορά μου στα ΜΜΕ της εποχής, αλλά τι να έκανα; Πάντως, είμαι βέβαιος ότι τον άκουσα να μουρμουρίζει την ατάκα του Νικολό "ο πόλεμος αρχίζει όταν θέλεις, αλλά δεν τελειώνει όταν θέλεις", είμαι βέβαιος ότι τον άκουσα να μουρμουρίζει κι όλα τα ρητά και τ' αποφθέγματα του Σουν Τζου, τα οποία μου ήταν κι εμένα γνωστά απ' έξω κι ανακατωτά κάποτε άλλοτε, σαν ήμουν νιος. Ο Σάιμον όμως τα θυμόταν όλα και τα μουρμούριζε, κάθε φορά που κάτι του καθόταν και ταίριαζε σε αυτό που έλεγα. 

Μετά ήρθε η Διαπραγμάτευση. Και πάλι σιωπή. Όχι βαριά, σαν καταχνιά, αλλά λίγες κουβέντες, μετρημένες στα δάχτυλα. Κατάλαβα ότι ο φίλος μου είχε  - μάλλον - βγει από το καβούκι του και παρακολουθούσε (κρυφά από μένα;!) τις εξελίξεις με ενδιαφέρον. Από κάπου πληροφορείτο πράγματα και καταστάσεις, τις οποίες δεν ήταν δυνατόν να ήξερε χωρίς βοήθεια, αλλά σε μένα δεν έλεγε ποιος, πώς, από πού. Τον άφησα στην ησυχία του, ξέροντας ότι πλέον επέκειτο μεγάλη τρικυμία, το άμεσο επόμενο της φουσκοθαλασσιάς και προαπαιτούμενο της μπουνάτσας, αν και με τα βαθιά νερά κανείς ποτέ δεν ξέρει.

Η ανακοίνωση του Δημοψηφίσματος δεν τον ξάφνιασε. "Ο λαουτζίκος έχει ξεχάσει πώς να σκέπτεται, έχει ξεχάσει και πως μπορεί να πάρει τη ζωή του στα χέρια του, τούτο θα είναι καλό ταρακούνημα" μου είπε. "Να δεις που πολλοί τάχα μου πολυπράγμονες θα απέχουν ή θα πουν μαλακίες  γ ι α   ν α  απέχουν διατηρώντας την πολυπραγμοσύνη τους άθικτη, αλλά η ουσία είναι ότι είναι πολύ ανάρχιδοι, για να πουν τι πιστεύουν πως  π ρ έ π ε ι  να γίνει", είπε γλαφυρά.
Ο Σάιμον δυσκολεύτηκε πολύ να αποφασίσει να ξεκινήσει να μιλάει τούτη τη φορά, πράγμα σπάνιο για έναν άνθρωπο γεμάτο πάθη κι εκρήξεις. Έβλεπε κι εμένα προβληματισμένο, νομίζω ότι λίγο με λυπόταν κιόλας - και αυτό ήταν ακόμη πιο σπάνιο. Μια Αρχή είχαμε τηρήσει όλα αυτά τα χρόνια, να είμαστε αμερόληπτοι μεταξύ μας, αμείλικτοι θα 'λεγε κανείς.

Και μετά ήρθε η ανατροπή. Ο Σάιμον είπε πως τελικά ορθή ήταν η σκέψη του να μη μιλήσει, να αναμείνει τις δεύτερες εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015, να δει με τα μάτια του τη χώρα υπό καθεστώς ελέγχου κεφαλαίων, να δει δεξιούς στους δρόμους διαμαρτυρόμενους.

"Αξίζει να χαλάσω το βρωμόστομά μου για όλα αυτά;  Καλύτερα να χαζέψω λίγο", ήταν η δικαιολογία του στις επίμονες ερωτήσεις μου και στην απορία μου για τη σιωπή του. 

"Κάτι περιμένεις, αλλά τι;" επέμενα εγώ.
"Δικαίωση ή θάνατο" απάντησε σιβυλλικά ο Σάιμον και δε μίλησε ξανά ως το τέλος του χρόνου.
Μόνο - είμαι σχεδόν βέβαιος - τον άκουσα να μουρμουρίζει "θάνατο καλύτερα, για όλους θάνατο".

Δε θέλω να πιστέψω το Σάιμον.
Δε θέλω να άκουσα σωστά εκείνο το μουρμουρητό.

Στο μυαλό μου ο Σάιμον βρίζει - έβριζε δηλαδή - για να εκτονωθεί. Έκανε το αντίθετο από μένα, συμπληρώνοντάς με. Οι δυο μας υπήρξαμε ένα - και το θέλω πάλι πίσω αυτό. 

Αλλά τώρα θέλω εγώ να βρίζω κι ο Σάιμον σιωπά. Μου στερεί την ανάλυση, μου στερεί τη θυμηδία, μου στερεί τη ζωτικότητα που ανέδιδε η επιθετικότητά του.

Τώρα εγώ περιμένω το θάνατο κι ο Σάιμον δεν έχει τίποτε να φοβάται από αυτόν.

*του Θάνου Αθανασιάδη

Διαβάστε Περισσότερα »