Δευτέρα, 18 Μαΐου 2015

του μονάκριβου *



Θυμάμαι τη σκηνή πριν. Οι κοντινοί έχουν φύγει για τα σπίτια τους, οι σκατόψυχοι έχουν χαρεί - και με το δίκιο τους - πάνε να πουν "Θεός σχωρέσ' το μακαρίτη, νέος πήγε", οι πολύ κοντινοί της εποχής έχουμε μαζευτεί και κοιταζόμαστε. Έχω ξαπλώσει στο πάτωμα, πάνω σε μια σκληρή άσπρη φλοκάτη, είμαι εξαντλημένος και δεν έχω κουράγιο ούτε να μετακινηθώ. Νυστάζω πολύ και θέλω να ξαπλώσω, όλοι το ίδιο θέλουν, αλλά κανείς δεν το λέει. Κι έχω ξεμείνει από τσιγάρα. Και όλοι λένε "άστο τώρα, που να φτάνεις στην Πλατεία Δούρου, κάτσε και κοιμήσου, αλλά εγώ πρέπει να πάρω τσιγάρα. Ούτε μου λένε να πάμε μαζί, η μέρα ήταν τρομερή. Και με αφήνουν, εν τέλει, να πεταχτώ ως το περίπτερο. 

Και φεύγω. 

Και βγάζω ένα τσιγάρο από το κρυμμένο πακέτο που είχα στ' αμάξι. Και τραβάω το γνώριμο δρόμο για το Σισμανόγλειο. Το ξέρω το παιδί της βραδυνής βάρδιας, ξέρω τα παιδιά από κάθε βάρδια. Αυτός ο έρμος δεν ξέρει και με αφήνει να επισκεφθώ "τον ασθενή", όπως κάθε βράδυ, 46 μέρες ως τα τότε. 

Και δεν τραβάω κατά το ασανσέρ, παρά παίρνω τα σκαλιά για το υπόγειο. Κι εκεί είναι μόνον ένας φύλακας, ένα παραδόπιστο ανθρωπάκι, να 'ναι καλά, όπου είναι. Και με τα λεφτά αγοράζω μια ακόμη στιγμή, "Πέντε λεπτά, όχι παραπάνω, δεν κάνει", έτσι λέει το ανθρωπάκι. Κι ανοίγει το ψυγείο. Και κάνει κρύο, κι ας είναι Μάης. 

Και δεν ξέρω αν ποτέ κανείς σας, καλοί μου άνθρωποι έχει δει ψυχή χαρούμενη να κόβει βόλτες, αλλά εγώ έχω. Και μιλάμε για εκείνα τα πέντε λεπτά, και περνάει η ώρα και το ανθρωπάκι - φύλακας άψυχων σωμάτων μου κάνει τη χάρη και δε διακινδυνεύει να έρθει αντιμέτωπος με το Δημιουργό του και με αφήνει λίγο ακόμη, λίγο ακόμη, κι άλλο λίγο. Και ξημερώνει. Και τίποτε έκτοτε δεν είναι πια το ίδιο.

Με ψάξανε, νομίζω. Πρέπει να ανησύχησαν. Πήραν και τη γιαγιά. Κι κείνη τους είπε ότι "το παιδί θα είναι στον πατέρα του". Κι η μάνα τρόμαξε κι έκλαψε. Και η γιαγιά της είπε ότι είναι κουτή. Δεν είπε "με τον πατέρα του", είπε "στον πατέρα του". Και να μην ανησυχεί, οι άντρες θέλουν να τα λένε μεταξύ τους. 

Κι έτσι πέρασαν τα χρόνια κι οι καιροί και τίποτε ξανά δεν έγινε ίδιο.

* του Θάνου Αθανασιάδη
Διαβάστε Περισσότερα »