Κυριακή, 2 Ιουνίου 2013

Είμαι βλάκας. Όχι ανόητος, βλάκας. Όχι ηλίθιος, βλάκας.

Έχω τη δυνατότητα να σωθώ και δεν προσπαθώ. Το λέω κάθε μέρα που ξημερώνει και κάθε νύχτα που έρχεται στον εαυτό μου, κρυφά μονολογώντας πριν πέσω να κοιμηθώ.

Η γυναίκα μου δε με ρωτάει πια. Μπορεί να κάνει το ίδιο και να μην της δίνω σημασία. Πιστεύω ακόμη, αλλά λιγότερο πια, ότι μπορώ να πετύχω την απεμπλοκή, αλλά φυγοπονώ και κωλυσιεργώ, θέτω τον εαυτό μου σε κατάσταση αργίας.

Φυλάω τα νώτα μου, λέω στον εαυτό μου, αλλά στην πραγματικότητα τρέμω. Τρέμω την επόμενη μέρα και σκιάζομαι σε κάθε «μπου». Με τρομάζουν οι λέξεις και οι δηλώσεις, βρίσκομαι σε πραγματική απόγνωση και κατάσταση πανικού.

Έχω φτωχύνει έως τα όρια της πραγματικής φτώχειας. Έχουν περάσει κιόλας τρία χρόνια από την τελευταία ημέρα που θυμάμαι να είμαι πραγματικά ανέμελος. Τότε είχα δουλειά, σπίτι, αυτοκίνητο, έκανα διακοπές, τα παιδιά μου είχαν όλα, όσα χρειάζονταν, χωρίς κανένας να βαρυγκωμά.

Τα δάνεια έβγαιναν, οι υποχρεώσεις καλύπτονταν. Ζήλευα κάτι και το έβαζα στο πρόγραμμα και στη χειρότερη το έπαιρνα τον επόμενο μήνα. Ζήλευα κι άλλα, ελαφρά μόνο έξω από τις δυνάμεις μου. Εκείνα έμπαιναν στο ετήσιο πρόγραμμα. Κάτι πιο καλό, κάτι πιο ακριβό.

Έπαιρνα δώρα στη γυναίκα μου, ψώνιζα στα παιδιά μου μικρά πραγματάκια, παιχνιδάκια που εγώ δεν είχα σαν παιδί και χαιρόμουν πιο πολύ εγώ από εκείνα.

Δούλευα αρκετές ώρες, είναι αλήθεια, αλλά το μεροκάματο έβγαινε. Τα παιδιά με ζητούσαν βέβαια, αλλά όχι επιτακτικά, όχι σαν να ήμουν συνεχώς απών. Σήμερα είμαι στο σπίτι περισσότερες ώρες, αλλά τα παιδιά δε θέλουν καθόλου να φύγω. Όταν όμως είμαι στο σπίτι, δε μου δίνουν σημασία. Συχνά πυκνά με ρωτάνε πότε θα τους πάρω παιχνίδια «όπως παλιά».

Δε με παίρνουν πάντα τα κλάματα, ώστε να κρυφτώ στο άλλο δωμάτιο, για να μη με δουν. Έχω μάθει πια να το κρύβω κάτω από το προσωπείο του βλοσυρού μου εαυτού.

Δεν είμαι πια ο εαυτός μου. Θυμώνω με τα μικρά, αδιαφορώ για τα μεγάλα. Παλιότερα είχα κριτική στάση απέναντι στα πράγματα, παρακολουθούσα τις εξελίξεις, διάβαζα εφημερίδα. Κάποια στιγμή διαπίστωσα ότι με κούραζε όλο αυτό το πλήθος των ειδήσεων, άρχισα να αποστασιοποιούμαι. Τόσα πολύ ενδιαφέροντα πράγματα, αλλά εγώ σαν να είχα κορεστεί.

Στη συνέχεια έγινα πιο δηκτικός, αρνητικός, γιατί, όπως διαπίστωσα, δεν ήταν πραγματικά ενδιαφέρον να ασχολούμαι με τα δράματα στις εσχατιές του κόσμου, με καταστροφικά καιρικά φαινόμενα, φωτιές, σεισμούς, είδη προς εξαφάνιση και μετατοπίσεις του άξονα της γης, οι οποίες θα οδηγήσουν τον πλανήτη με μαθηματική ακρίβεια στο τέλος του το δύο χιλιάδες πεντακόσια κάτι.

Είχα δικά μου πράγματα να σκεφτώ και πιο κοντινά προβλήματα να επιλύσω. Όμως οι φυλλάδες συνέχιζαν να με βομβαρδίζουν με συνονθυλεύματα από θέματα από τη λαμπερή Αθηναϊκή νύχτα και των εγχώριων αστέρων, με προβλήματα των ασιατικών χωρών και το ζήτημα του θερμοκηπίου, με χολυγουντιανές εικόνες και θηρία της Γης του Πυρός.

Πουθενά δεν έβρισκα, όπως παλιά, τα παραδοσιακά θέματα της πολιτικής, πουθενά δεν έβρισκα απαντήσεις για τις στάσεις κι ενστάσεις και αντεγκλήσεις των Υπουργών, πουθενά δεν έβρισκα τίποτε που να συνιστά πρόταση λύσης. Μόνο άσχετα και φόβο.

Σταμάτησα να διαβάζω εφημερίδα. Στράφηκα στο διαδίκτυο, στις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης και τα ιστολόγια. Ένας εύκολος υπολογισμός μου έδωσε και μια επιπρόσθετη δικαιολογητική βάση: Τις παλιές ημέρες ξόδευα τουλάχιστον 100 ευρώ το μήνα σε εφημερίδες και τώρα αυτά τα 100 δεν τα είχα, χρειάζονταν για το γιατρό για τα μικρά.

Στο διαδίκτυο στην αρχή βρήκα την υγειά μου. Επιτέλους, κάποιος που έλεγε τα πράγματα με τα’ όνομά τους! Και μάλιστα, όχι ένας, πολλοί! Βέβαια διαφωνούσα με αρκετούς, αλλά και πάλι, η πολυφωνία ήταν αναζωογονητική. Και τα greenglish με ενοχλούσαν, αλλά κανείς δε μπορεί να επιβάλει σε ένα ελεύθερο μέσο κανόνες, ούτε καν τους ορθογραφικούς.

«Κι αν γράφονταν σε Σουαχίλι», έλεγα στον εαυτό μου «θα είχε κάποια διαφορά; Τότε δε θα τα διάβαζα καθόλου, οπότε κι έτσι καλά είναι».

Και η ανορθογραφία με ενοχλούσε, αλλά δεν έφταιγε ο καταπτοημένος, εξοργισμένος κι εξοντωμένος ανθρωπάκος που ήθελε να πει τη γνώμη του και να διαμαρτυρηθεί, που δεν ήξερε γραμματική και συντακτικό και ετυμολογίες και ρίζες και παράγωγα και όλα αυτά που εγώ ο γραμματιζούμενος ξέρω.

Ορμώμενος από την παραπάνω σκέψη όμως, άρχισα να γίνομαι επικριτικός και με τον τυχαίο ανθρωπάκο, ο οποίος δεν ήξερε ούτε τη γνώμη του να γράφει καλά. Και άρχισα να ψάχνω εκείνους, οι οποίοι ήξεραν τουλάχιστον να συντάξουν μια πρόταση. Έπεσα πάλι στην παραδοσιακή δημοσιογραφία. Όσον καιρό είχα εγκαταλείψει τις φυλλάδες, είχαν μεταστραφεί κι εκείνες, προδήλως εις άγραν του κοινού τους, στα ιστολόγια. Έγραφε όποιος ήξερα από παλιά! Νέος ενθουσιασμός, διάβαζα ξανά εφημερίδες δωρεάν! Κόλλησα έτσι και πάλι στις φοβίες και τα άσχετα, αλλά πλέον έμεινα στις φοβίες, γιατί τα άσχετα - από επιλογή – τα εξεδίωξα από τις προτιμήσεις μου.

Μια παραδοξότητα, την οποία αντελήφθην, ήταν η εξής: Κάθε φορά που ένα πραγματικά καλό άρθρο γραφόταν κάπου, είτε σε «σοβαρό» ιστολόγιο είτε σε κάποιο μικρό και «ανώνυμο» με τους τρέχοντες όρους, έβρισκα από κάτω του ένα σωρό από εκείνα τα ενοχλητικά ανορθόγραφα, γραμμένα σε grenglish, προσβλητικά σχόλια, τα οποία, όχι μόνον έκαναν την ανάγνωση κουραστική, αλλά και «ανέβαζαν» το κεντρικό άρθρο στη σελίδα, με αποτέλεσμα να μην το βρίσκει κανείς εύκολα. Δεν έδωσα αρκετή σημασία στην αρχή, αλλά μετά μου φάνηκε ότι γινόταν επίτηδες, για κάποιο λόγο, άγνωστο σε μένα.

Μετά παρατήρησα τις ομοιότητες στα ψευδώνυμα, μετά τις ίδιες ανορθογραφίες. Σαν κάποιος να έψαχνε τα ενδιαφέροντα και τα σημαντικά και στη συνέχεια να τα «κατέστρεφε» με τις ασχημόνιες του.

Μια άλλη διαπίστωση, στην οποία προέβην, ήταν η απουσία «πραγματικών» διαμαρτυριών και πολιτικών διαπραγματεύσεων, παρεμβάσεων, εμπλοκών. Σαν όλος ο κόσμος, εμού συμπεριλαμβανομένου, να είχαμε κολλήσει στα ιστολόγια παρακολουθώντας τις εξελίξεις, οι οποίες έτρεχαν εις βάρος μας. Το Σύνταγμα είχε αδειάσει, αυτό είναι βέβαιο. Και οι συζητήσεις είχαν πάψει από καιρό, αυτό τώρα το αντιλαμβανόμουνα. Έμενε μόνο η ανάρτηση, το σχόλιο, η ηλεκτρονική διαμαρτυρία, το ηλεκτρονικό παράπονο, ο φόβος, η οργή, ο φόβος πάλι.

Με παραξένεψε και η απουσία ύπαρξης μιας – οποιασδήποτε – «τρομοκρατικής» επαναστατικής ομάδας – οργάνωσης, ο,τιδήποτε θα μπορούσε να έλεγε ένα άτσαλο, αντιδημοκρατικό, καταδικαστέο, τυφλό «όχι».

Θυμόμουν παλιότερα τις φράξιες και τις οργανώσεις που λυμαίνονταν αυτόν το βαθύτατα δημοκρατικό τόπο και τους πολιτικούς που καταδίκαζαν όλες εκείνες τις βάναυσες επιθέσεις στη Δημοκρατία μας και τη λαϊκή αποδοκιμασία και τις εμβριθείς αναλύσεις των σκωπτικότατων δημοσιογράφων, οι οποίοι αναρωτώντο «πού πάει αυτός ο τόπος» και τις μυστικές υπηρεσίες που έψαχναν και ξαναέψαχναν και τίποτε δεν έβρισκαν, και ούτω καθ’ εξής. Τίποτε. Σιγή. Παράδοξο.

Βίωσα μια περιπέτεια πρόσφατα. Τη θεώρησα εθνικού ενδιαφέροντος. Διπλές εκλογές, αταξία, ακυβερνησία. Έτσι έλεγαν όλοι δηλαδή, και τα ιστολόγια. Πού και πού πετόταν και κάποιος, από αυτούς που παρακολουθούσα πλέον ανελλιπώς, που έλεγε ότι ίσως το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο, ότι το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο.

Ότι μας επιφυλάσσεται μοίρα προτεκτοράτου, ότι βρισκόμαστε στο στόχαστρο μιας ομάδας ισχυρών, οι οποίοι επιθυμούν για μας τη μοίρα των λαών της Μαύρης Ηπείρου ή της γης της Ασίας. Αλλά το βασικό μέλημα όλων ήταν η τοπική ακυβερνησία.

Με τη σειρά μου κώφευσα στις κραυγές των μεμονωμένων. Βίωσα και πάλι το φόβο. Δεν ανήκα ποτέ στους οργανωμένους κομματικά, γι’ αυτό ίσως και δεν είδα ποτέ ορατά οφέλη από τις κορώνες των πολιτικών. Δεν υπήρξα ποτέ ακραίος, οπότε δεν είχα λόγο να κοιτάξω και τέρμα δεξιά ή τέρμα αριστερά. Είχα κάνει και το κομμάτι μου με το να τιμωρήσω τις παραδοσιακές δυνάμεις εξουσίας στις εκλογές του Μαΐου.

Ένιωσα ότι έπρεπε να υπακούσω. Δεν ήθελα, αλλά ένιωσα ότι έπρεπε. Οι φυλλάδες έκαναν αναπαραγωγή τα ευρωπαϊκά «θέλω». Στον πρώην κυβερνητικό χώρο, ο οποίος είχε φέρει – κατά τα λεγόμενα - μόνος του τη χώρα σε αυτό το επίπεδο, δεν ήθελα να δείξω προτίμηση. Έμενε η μόνη σώφρων λύση:
Να πάω με τα νερά τους.

Πήγα. Με βαριά καρδιά, αλλά πήγα. Είχα, μάλιστα, την εντύπωση ότι ήμουν μόνος εγώ που πήγα κατά κει. Κι όμως – και πάλι – έσφαλα. Όχι μόνο δεν ήμουν μόνος, αλλά «νίκησα» κιόλας.

Νίκησα. Μεγάλη κουβέντα. Ο φίλος μου ο ψυχίατρος που δε μου παίρνει χρήματα, γιατί ανήκει σε μια οργάνωση αφιλοκερδή για ανθρώπους που βιώνουν τα δικά μου προβλήματα, μου είπε ότι πάσχω από κάποιο σύνδρομο καταπίεσης, το οποίο έχει όχι οικονομικό, αλλά κοινωνικό υπόβαθρο. Βάραθρο το λέω εγώ, αλλά ας όψεται.

Μετά τη συνάντηση - συνεδρία είχα μια αναλαμπή: Το αποτέλεσμα των εκλογών ήταν απαράλλαχτο με εκείνο του Μαΐου. Άλλαξαν μόνο τα ποσοστά. Νικώντας δηλαδή τον Ιούνιο δεν έκανα τίποτε άλλο από το να ξανανικήσω, αλλά περισσότερο αυτή τη φορά.

Έβαλα με το μυαλό μου ότι κάτι τέτοιο μάλλον ήταν υποχρεωτικό, γιατί λίγη νίκη ίσον καθόλου νίκη. Όμως αυτό δεν έβγαζε καθόλου νόημα. Λίγη ή πολλή, το πρόβλημα ανάμεσα στις δύο εκλογές ήταν η ακυβερνησία. Όση και να ήταν η νίκη του Μαΐου, θα έπρεπε να είχε σχηματιστεί κυβέρνηση. Αλλά δε σχηματίστηκε κι εγώ, θυμάμαι, είχα φοβηθεί πολύ.

Σήμερα μόλις κάτι πήρε το αυτί μου για κάτι Ειδικές Οικονομικές Ζώνες. Προχθές έγινε μια κουβέντα για την ανάγκη της Δημοκρατίας να μετασχηματιστεί. Κάποιοι πιο εριστικοί αναφέρονται με ζέση στον παλαιό αφορισμό «ε, ρε, χούντα που μας χρειάζεται».

Ένας φίλος, βασιλικός από τα γενοφάσκια λόγω καταγωγής, αναφέρθηκε στην «πριγκίπισσα Ειρήνη των Ελλήνων» ως τη μόνη λύση. Από την πλευρά μου δεν έχω άποψη. Φοβάμαι κιόλας. Έχω ακούσει ότι η βασιλεία δεν είναι και τόσο κακή, η Ισπανία έχει βασίλισσα και μάλιστα την αδελφή της Ειρήνης. Έχω ακούσει κι ότι ο τέως βασιλιάς έχει σπουδαίους και ισχυρούς υποστηρικτές στο Λονδίνο κι ότι ακόμη και το «Αθήνα 2004» δε θα γινόταν, αν δεν είχε βάλει το χεράκι του, τιμής ένεκεν για τη χώρα που κάποτε κυβέρνησε.

Διάβασα κάπου ότι έχουμε υπαχθεί στο αγγλικό δίκαιο. Δεν ξέρω τι θα πει αυτό, τα μόνα νομικά που γνωρίζω καλά είναι ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας και το χριστιανικό «ου φονεύσεις». Α, και τα της δουλειάς, αλλά οι νόμοι έχουν αλλάξει και σε αυτό και πρέπει να κάνω ρύθμιση σύντομα. Πάλι φοβήθηκα τώρα, κι ας πήρε παράταση, από ό,τι άκουσα.

Άκουσα και για έναν εφοπλιστή, ο οποίος αγοράζει στην Αμερική το ελληνικό χρέος και το διαγράφει για τρεις χιλιάδες το κομμάτι, ενώ εδώ το ξεπληρώνουμε για είκοσι τέσσερις χιλιάδες, οχτώ φορές πάνω. Αυτό πάλι δεν το κατάλαβα και τόσο. Αν είναι τόσο εύκολο να ξεπληρωθεί το χρέος οχτώ φορές κάτω, γιατί δεν το κάνουμε, γιατί δεν το κάνει η κυβέρνηση; Δεν ξέρω και πολύ φοβάμαι.

Το θεωρώ σημαδιακό.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...