Τρίτη 30 Απριλίου 2013

Η ελεγεία του μαλάκα *


Γερμανέ, έχε υπ' όψιν σου ότι δε σε λυπάμαι, ούτε θα σε λυπηθώ, αφού έχουμε πόλεμο.
Φιλογερμανέ: Και για σένα τα ίδια ισχύουν.

Λυπάμαι όμως τη χώρα μου.

Κάθε πόλεμος έχει θύματα, άρα είναι αναμενόμενο κι η χώρα μου να έχει απώλειες. Μπορεί η Μοίρα να ορίσει να συμπεριληφθώ σε εκείνη τη λίστα. 
Ξέρεις όμως κάτι; Αν αυτό συμβεί, το δικό μου όνομα δε θα χαθεί, το κλέος των πράξεών μου δε θα εξανεμιστεί στη λήθη. Γιατί θα χαθώ, όπως χάνονται οι Έλληνες: σαν ήρωας. Οι γενιές που θα ´ρθουν, θα με μνημονεύουν. Ο ιστορικός του μέλλοντος θα πει και για μένα, όσα ειπώθηκαν για τους υπόλοιπους ήρωες της πατρίδας μου. Ο λαός μου, μέρος αναπόσπαστο του οποίου είμαι, θα συνεχίσει να υπάρχει στο διηνεκές του Χρόνου.

Δε νομίζω ότι θα συμβεί το ίδιο και με σένα, Γερμανέ.

Διαβάζω αρκετά, μελετών την Ιστορία. Δε θυμάμαι να αναφέρεσαι πουθενά ως ήρωας. Έχεις κάποιον Γερμανό ήρωα να μου θυμίσεις; Πόσα μωρά έσφαξε, πόσες γυναίκες βίασε για τη δόξα της Γερμανίας;

Στηρίζεσαι στη μάζα και τη μηχανική δύναμη. Στηρίζεσαι στην πειθαρχία. Όχι όμως όπως οι Ρωμαϊκές φάλαγγες, όχι όπως οι Μυρμιδόνες, όχι όπως οι Λακεδαιμόνιοι, όχι όπως η Ρώσικη Στρατιά του Στάλινγκραντ, όχι όπως οι γκρινιάρηδες του Βοναπάρτη. Κάθεσαι στη θέση σου μηχανικά, επειδή αυτό μόνο ξέρει να κάνει η φυλή σου. Αντίθετα με τον κινεζικό λαό, δεν περιορίζεις τα παιδιά σου, ώστε να είσαι αυτάρκης και ειρηνικός, αντεπεκτατικός. Οι δήθεν πολιτισμένες Χέλγκες, Αγγέλες και Μαργκερίτες σου φέρνουν στον κόσμο σαν τις κουνέλες εκατομμύρια Αριανά ανθρωπόμορφα ρομποτάκια, με μία ατταβιστική ορμή να τα κινεί: να γεμίσει ο κόσμος από βρωμερά ξανθομάλλικα γαλανομάτικα μπασταρδάκια, όλα για τη γραμμή παραγωγής, με κάλτσες μέσα από τα σανδάλια, χοιρινό λίπος λουκάνικου στη θέση της ψυχής και μπύρα για αίμα. Ο Ιούλιος έπρεπε να είχε ανασκολοπίσει μέχρι και τον τελευταίο από τη φάρα σου, οι καιροί ήσαν σκληροί και κανείς δε θα διαμαρτύρονταν και πολύ. Ίσως, σφάλλοντας, να σε θεώρησε είδος προς αυτοεξαφάνιση, σαν τα γενετικά απορρίμματα του Δαρβίνου, όργανο ίδιο κι απαράλλαχτο με τη σκωληκοειδή απόφυση: άχρηστο εδώ και εκατομμύρια χρόνια, αλλά πάντα εκεί, μέχρι την επείγουσα εγχείρηση επί περιτονίτιδος.

Ενίοτε δεν είσαι υπόθεση ρουτίνας. Δυο φορές έχεις κακοφορμίσει τόσο, που ο ασθενής σώθηκε μετά από μακρόχρονη και επίπονη επέμβαση. Αλλά ποτέ, δυστυχώς, το παγκόσμιο σώμα δε σε απέβαλε πλήρως, όπως θα έπρεπε με εξαμβλώματα σαν και την δική σου περίπτωση. Ναι, μην ξαφνιάζεσαι, Γερμανέ. Εσύ είσαι η περίπτωση της επιβεβλημένης γενοκτονίας, κι ας απεπειράθης να το πράξεις με τους Ρομ, με τους Εβραίους, με τους Ρώσους, με τους Έλληνες. Αν εσύ είχες εκλείψει από το πρόσωπο αυτής της γης, ο κόσμος δε θα είχε αιματοκυλιστεί δυο φορές στο παρελθόν, ο κόσμος ΣΗΜΕΡΑ δε θα βρισκόταν στο χείλος του γκρεμού και της απόγνωσης. 

Σου αναγνωρίζω κάτι βέβαια: Έχεις κατορθώσει στις απαρχές κάθε ύπουλης και απάνθρωπης προσπάθειάς σου να κατακτήσεις τον κόσμο, άγνωστο πώς, να μετέλθεις επιτυχώς κάθε δυνατό μέσον, ώστε να μη σε αντιληφθεί κανείς, έως ότου δυναμώσεις αρκετά. Ακόμη και οι λακέδες σου αντιλαμβάνονται το μέγεθος της απανθρωπιάς σου ετεροχρονισμένα, και πάλι όχι όλοι. 

Όπως είναι αδύνατο για τον ανθρώπινο νου να αντιληφθεί την πρακτική κυνηγιού της ύαινας, έως τη στιγμή της ενδελεχούς παρατήρησης, έτσι και στην περίπτωσή σου: ουδείς αντιλαμβάνεται το τόσο απλό και άψυχο όνειρό σου, εφάμιλλο της σκέψης της κατσαρίδαςΝα εξαπλωθείς στον κόσμο ολάκερο, να υποδουλώσεις τους πάντες και τα πάντα, να χρησιμοποιήσεις την εργατική δύναμη κάθε σκλαβωμένου υποτελούς σου, προς όφελος και για τη δόξα της Αρίας σου Φυλής.

Γερμανέ, έχεις αποτύχει κάθε φορά που δοκίμασες να εφαρμόσεις το κατσαριδοσχέδιό σου. Δεν ξέρω τι σε κάνει να πιστεύεις ότι θα τα καταφέρεις αυτή τη φορά. Οι συνθήκες παραμένουν ίδιες, η παγκόσμια κοινότητα έχει πάψει να εξαρτάται από τη δική σου απαράμιλλη ποιότητα της βιομηχανικής παραγωγής των εργοστασίων σου. Με νύχια και με δόντια επιτέθηκες, όπου σε έπαιρνε - είπαμε, ήρωας δεν είσαι - σε όλα τα μερικώς εκβιομηχανισμένα κράτη. Δημιούργησες το ευρωμάρκο, ενώθηκες με τους ανατολικούς. Ιστορικά, αυτά οδηγούν σε πόλεμο. Το βλέπουν όλοι, αλλά αρνούνται να το παραδεχθούν.

Εγώ δεν το αρνούμαι. Και, ναι, αυτή τη στιγμή κυβερνώμαι από γερμανόφιλους, όπως κάποτε ο Μεταξάς του κατοπινού, όσο και ηρωικού "Όχι", της απαρχής του τέλους της δεύτερης απόπειράς σου.

Βλέπεις, Γερμανέ, δεν έχεις ελπίδα, όσο κι αν εγώ θα χάσω, από όσα δύσμοιρα θα συμβούν. Είμαι σαν τον Εβραίο, λαός περιούσιος, είσαι σαν τους Τατάρους, λαός καταδικασμένος να χαθεί, όσο κι αν ματοκυλίσεις τον κόσμο. 
Εσύ μάλιστα δεν έχεις Τζέγκις Χαν να σε διοικεί, μια χοντρή νοικοκυρά έχεις. Λες να σε έσερνε σε αυτήν σου τη νέα περιπέτεια κάποιος με ιστορική γνώση; Μερικές φορές ακόμη κι εγώ απορώ πώς γίνεται να σε σέρνει μια κολλημένη γερμανίδα μάνα. Αλλά μετά θυμάμαι: παιδί της είσαι, άξιο βλαστάρι της γερμανικής γης, όχι ρόδο, όχι αγκάθι, αλλά σαπρόφυτο.

Έχεις μια ευκαιρία ακόμη, Γερμανέ, να με καταστρέψεις. Θα χαθεί κι αυτή. Και ξέρεις πότε; Όταν πληρωθεί ο όρος που ο τίτλος του παρόντος πονήματος θέτει: Όταν ο φίλος μου κι εγώ, Έλληνας κι εκείνος, ξεπεράσουμε το πρόσκαιρο σύνδρομο του σημερινού μαλάκα.

Δε στο εξήγησα στην αρχή, ε; Ίσως άλλο περίμενες. Πού να καταλάβεις κι εσύ. Για να στο εξηγήσω λοιπόν τώρα:

Εμείς οι Έλληνες είμαστε χαβαλές λαός, αρκεί να μη μας πειράξεις. Είμαστε οκνηροί, απέχοντες από τα πολιτικά, αφού άλλοι θα κάνουν τη δουλειά, εισπνέουμε ήλιο κι εκπνέουμε θάλασσα, γενικώς είμαστε - εν καιρώ ειρήνης - μαλάκες. Και παραμένουμε μαλάκες, ώσπου να μας πειράξεις. Είδες τι έγινε στις τελευταίες εκλογές. Το ένα τρίτο του λαού μου δεν πήγε να ψηφίσει, κι ας καιγότανε η χοντρή σου κυρία και οι φίλοι της να πάρει το ευκταίο αποτέλεσμα.

Για πες, το πήρε; Εσύ τι λες;

Τι θα ψήφιζε το μαλακοτριαντατρία τοις εκατό του ελληνικού λαού; Εσύ τι λες;

Κάθε γραΐδιο, κάθε ξεκούτης που ξέρω, κάθε βλάκας βγήκε σα σαλιγκάρι στην έρημο, και πήγε και υπέκυψε στις διαταγές σου. Μέσα στα σχολεία μου, μέσα στους ναούς της φωτοτυπημένης γνώσης που μου επέβαλες.

Κανένας μαλάκας.

Εγώ θα σου εξηγήσω τώρα τον όρο "μαλάκας", σύμφωνα με το σήμερα:
Είναι ο Έλληνας που καταδυναστεύεται, αλλά δεν αντιδρά, είναι η αρνητική εκδοχή της κατά τα λοιπά ουδέτερης λέξης, η οποία πέρασε ως προστατευομένης ονομασίας προελεύσεως (Π.Ο.Π) και παραμένει αμετάφραστη στην Αστόρια, στο Λονδίνο, στο Παρίσι, στο Βερολίνο. Είναι η ίδια λέξη που λέγαμε έφηβοι ο ένας στον άλλο, πειρακτικά και περιπαικτικά, όταν κάτι πήγαινε να γίνει, αλλά δε γινόταν εντελώς εντελώς. Είναι η λέξη που συντροφεύει τον ταρίφα, τον ασθενή, τον εργάτη, το μικροπολιτικό, τον υπάλληλο, τον επαγγελματία, σε κάθε διεστραμμένη έκφανση της πραγματικότητας, την οποία ζούμε στην ομορφότερη χώρα στον κόσμο.

Τρία χρόνια τώρα.

Εξαιτίας εσού του ιδίου και της χοντρής νοικοκυράς.

Βοηθάνε και οι γερμανόφιλοι, αλλά αυτοί εξοστρακισθήσονται εν συντόμω - κι όχι ευθέτω - χρόνω.

Ξέρεις ποιος μαλάκας ήμουνα, πριν από σένα;

Ήμουν ο μαλάκας που θα σου άλλαζε την πίστη, που θα σε έριχνε για πλάκα στο Ρήνο, να φας τα απόσκατα της γοτθικής γης. Λοιπόν, αυτό θα γίνει και τώρα.

Γι’ αυτό λυπάμαι το λαό μου. 
Γιατί άλλος μαλάκας ήμουνα, κι άλλο μαλάκα με κατάντησες.

Έχε υπ' όψιν σου, Γερμανέ, ότι το μαλάκα που ήξερες τρία χρόνια τώρα, θα πρέπει να τον ξεχάσεις.

Και να φοβάσαι πολύ το μαλάκα που έχεις μπροστά σου, γιατί είναι παλαιάς κοπής.

(ΣτΥ, δανεισμένη από τη wikipedia, και πες μου εσύ τώρα, φίλε αναγνώστη, πού κολλάει ο δήθεν ελεγειακός, ποιητικός μου οίστρος.)
Στην αρχαιότητα ελεγεία χαρακτηριζόταν κάθε ποίημα που αναπτυσσόταν σε δίστιχα. Πατρίδα της ελεγείας είναι η αρχαία Ελλάδα.
Αρχικά ο όρος ελεγεία εκ του έλεγος σήμαινε θρησκευτικό άσμα σε μορφή δίστιχου ποιήματος. Αργότερα σήμαινε εκείνη την Ωδή της οποίας ο πρώτος στίχος ήταν δακτυλικός εξάμετρος (αποτελούμενος από δύο ακατάληκτες τριποδίες) και ο δεύτερος δακτυλικός πεντάμετρος, (αποτελούμενος από δύο καταληκτικές τριποδίες) λεγόμενα "ελεγειακά ποιήματα", καταλήγοντας έτσι και σε χαρακτηρισμό ποιητικού μέτρου. Χαρακτηριστικότερο, κλασικό παράδειγμα ελεγείας αποτελεί το περίφημο επίγραμμα των πεσόντων Λακεδαιμονίων στις Θερμοπύλες που συνέγραψε ο Σιμωνίδης ο Κείος:

ξεν', γγέλλειν Λακεδαιμονίοις τι τδε
κείμεθα, τος κείνων ήμασι πειθόμενοι.

Οι ελεγείες εξέφραζαν διάφορα συναισθήματα, από την καθημερινή ζωή των αρχαίων Ελλήνων, έτσι διακρίνονταν, ανάλογα αυτών, σε:
Πολεμικές ελεγείες, που αποκαλούντο και θούρια, αγάπης, λύπης, διδακτικές, με τις οποίες μεταδίδονταν φιλοσοφικές ιδέες, ελεγείες σοφιστικές, που περιείχαν αποφθέγματα, θριαμβικές, με έντονο πολιτικό χαρακτήρα κ.ά.
Γενικά οι ελεγείες στην αρχαία Ελλάδα απαγγέλλονταν με συνοδεία αυλητών.
Στην ελληνιστική περίοδο οι ελεγείες, αν και διατήρησαν τη μορφή τους, εμπλουτίστηκαν έντονα, ιδίως από τους Αλεξανδρινούς ποιητές, με θέματα από την Ελληνική Μυθολογία, χάνοντας έτσι τον παλαιότερο χαρακτήρα τους.
Στη Ρωμαϊκή περίοδο οι ελεγείες συνεχίστηκαν από εξαίρετους Λατίνους ποιητές οι οποίοι επανέφεραν το είδος αυτό στον αρχικό του χαρακτήρα.
Κατά το Μεσαίωνα η ελεγεία έχει ήδη λάβει τον χαρακτήρα της έκφρασης του ερωτικού πάθους και περισσότερο της ερωτικής απογοήτευσης. Πολλοί θεωρούν τον μεσαιωνικό θρήνο ως συνέχεια της ελεγείας. Με την εμφάνιση όμως του ουμανισμού που εμπνεόταν από την αρχαία ποίηση, η ελεγεία αρχίζει μια έντονη αρχαιοπρεπής επιστροφή στον αρχαίο λυρισμό. Έργα σπουδαίων ποιητών αποτελούν σταθμούς της εξέλιξης της ελεγείας στους νεότερους αιώνες, ειδικότερα στη γαλλική και περισσότερο στην αγγλική και γερμανική λογοτεχνία, όπου άρχισε να δίνει τη θέση της στο σύγχρονο λυρισμό.

Στη νεότερη Ελλάδα διαπιστώνεται με έκπληξη η διατήρηση της ελεγείας μέσα στο δημοτικό τραγούδι. Στη νεοελληνική λογοτεχνία - ποίηση, του 19ου και του 20ου αιώνα την ελεγεία εκπροσώπησαν με τα έργα τους οι Διονύσιος Σολωμός, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, Κωστής Παλαμάς, Καρυωτάκης κ.ά., ενώ ο Καβάφης ακολούθησε μάλλον τους απόηχους του ποιητικού αυτού είδους.

… κατάλαβες, μαλάκα μου;
* του Θάνου Αθανασιάδη
Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 29 Απριλίου 2013

Ξεγελάστηκες, έρμε



Φίλε τρομαγμένε ΠΑΣΟΚτζή και ΝεοΔημοκράτη,

Σας - σε βάζω μαζί στην προσφώνηση, γιατί θεωρώ ότι στην κρίσιμη τούτη ώρα είσαι ένα και το αυτό με το πάλαι ποτέ αντίπαλό σου στρατόπεδο. (Εσένα, ΔΗ.ΜΑ.Ρ.ίτικο απολειφάδι, δεν ξέρω καν πώς να σε προσφωνήσω, υποθέτω ότι  - εκτός από τις υπόλοιπες ύαινες -, σε κανέναν δε μιλάς, κανείς δε σου απευθύνει το λόγο, κανείς δε σε υπολήπτεται, κανέναν δεν αφορά η περίπτωσή σου, εκτός από τη στιγμή των δικαστηρίων. Σε αγνοώ λοιπόν).
Δε θα έπρεπε να σε προσφωνώ "φίλο" ίσως, γιατί υπό το κράτος του φόβου δεν ανδρώνονται φιλίες, μόνο που ο σκιαγμένος βρίσκει καταφύγιο.
Αλλά από την άλλη πάλι, κι εγώ σκιαγμένος είμαι, με όλα αυτά τα ταχύτατα συμβαίνοντα και σημαίνοντα πολλά για το μέλλον όλων μας.
Μάλιστα ίσως εγώ σε φοβάμαι περισσότερο. Γιατί τα σφάλματα έχουν γίνει κι αυτό είναι δεδομένο. Γιατί τα έκανε η ηγεσία σου - κι αυτό είναι δεδομένο. Γιατί σήμερα πληρώνω την ψήφο σου πολύ ακριβά.
Μη με θεωρήσεις άμοιρο ευθυνών τον ίδιο. Δεν είμαι. Κι εγώ έκανα το λάθος που έκανες. Μέσα σε μια παραζάλη κινήθηκε η τελευταία τριετία - τετραετία. Ίσως και να μας ψέκασαν, εμάς, τους πανέξυπνους Έλληνες, αλλιώς δε δικαιολογείται τόση αστοχία στον προγραμματισμό. "Όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια, ο Θεός γελάει", το έχεις ακούσει αυτό;
Όμως εγώ το αντιπάλεψα, ώστε σήμερα, κατασταλαγμένος πλέον, να λέω "ποτέ ξανά".
Εσύ έχεις μείνει λίγο πίσω και προσπαθείς μάλιστα να τραβήξεις κι εμένα στο γκρεμό σου. Λοιπόν, αυτό δε θα γίνει, αλλά ίσως θα ήταν σκόπιμο εγώ πλέον να σώσω εσένα και, πού ξέρεις, μπορεί να μου ανταποδώσεις τη χάρη, όταν γίνουμε πραγματικά φίλοι, υπό κανονικές συνθήκες. Θα ήθελα λοιπόν, χωρίς άλλες περιστροφές να έρθω στο θέμα μας.
Θυμάσαι ποιος είσαι; Θυμάσαι ποιος σε έκανε αυτό που είσαι, ποιος εμφύσησε μέσα σου την πίστη ότι με τον τάδε ή το δείνα τρόπο θα πάνε τα πράγματα καλύτερα για την Πατρίδα σου κι εσένα προσωπικά; Όχι, μη φοβάσαι, δε θα σε πω δοτό ούτε προδότη, ξέρω ότι δεν υπήρξες τέτοιος, ξέρω ότι δε θέλεις την καταστροφή του λαού και της χώρας μας. Ξέρω ότι το μόνο που σε ένοιαζε πάντοτε ήταν η ευζωία και η καλοπέραση. Αλλά ποιος δεν επιθυμεί την ευζωία; Ποιος δε θέλει τα πολλά; Ποιος αρκείται στα λίγα; Μάλλον κανείς.
Μάλλον όμως αυτό δεν είναι το θέμα μας εδώ, γιατί άλλα συμβαίνουν, που οδηγούν κι εσένα κι εμένα στο χείλος του κοινού γκρεμού.
Για θυμήσου όμως, αν θες, τον Ανδρέα Παπανδρέου και τον Κωνσταντίνο Καραμανλή τον πρεσβύτερο. Διόρθωσέ με στα επόμενα λόγια μου, αν κάνω λάθος: Στο όνομά τους ήπιες νερό, γι’ αυτούς είπες "αυτός είναι ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουμε, ο δικός τους δρόμος, ο δρόμος του ηγέτη", γι’ αυτούς συνεπλάκης στις διαδηλώσεις, χάρη σε αυτούς μπήκαμε στην Ευρώπη, σίγουρα χάρη σε αυτούς πέρασες τα πιο ευτυχισμένα, ειρηνικά και δημιουργικά χρόνια της Ελλάδας από την εποχή της Δημοκρατίας του Περικλέους. Διαφωνείς ή νομίζεις ότι σε κοροϊδεύω;
Δεν υπερβάλλω, πίστεψέ με, ούτε σου κάνω την καρδιά, που λένε και στο χωριό μου. Δεν ήταν καλύτερα στην Ελλάδα ποτέ, και τούτο είναι αυταπόδεικτο, θέσφατο, πώς το λένε. Από την εποχή του συμπατριώτη μου του Πύρρου, από την τελευταία εκστρατεία, από το τέλος των Πόλεων, έχουν περάσει πάνω από δυο χιλιάδες χρόνια, το συνειδητοποιείς αυτό;
Ο Ελλαδικός χώρος, καλώς ή κακώς, έμεινε στην Ιστορία λόγω επιτευγμάτων, τα οποία συνέβησαν πάνω από είκοσι αιώνες πριν. Και, ναι, συνέβη η Παλιγγενεσία, υπήρξαν οι Βαλκανικοί, υπήρξε η Μικρασιατική Εκστρατεία, υπήρξε ο Πρώτος και ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, συνέβησαν όλα αυτά.
Κατάλαβε κάτι όμως: Ποτέ, μα ποτέ, δεν πέρασε η Ελλάδα καλύτερα, παρά μετά το ’74. Έως και το 2008. Τριάντα τέσσερα χρόνια. Και μετά τέλειωσε.
Δεν ωφελεί να κάτσεις να σκεφτείς τίποτε. Αν σκεπτόσουν, τρομαγμένε μου, δε θα βρισκόμαστε σε αυτήν την κατάσταση. Και αυτό είναι το θέμα μας. Συνεχίζω, λοιπόν.
Από το 1821 έχουν περάσει μόλις 192 χρόνια. Βαριά οχτώ γενιές δηλαδή. Από αυτές τις οχτώ, μόνον οι τελευταίες δύο πέρασαν καλά. Είμαι βέβαιος ότι δεν πέρασε πολύ καλά ο παππούς σου στον Εμφύλιο, ούτε στο Β’ Π.Π., ούτε στη Μικρασιατική, ούτε πιο πριν, στα σκληρά χρόνια των πολέμων ως την Αλεξανδρούπολη. Μη νομίζεις. Μπορεί να μην ξέρεις Ιστορία, μπορεί να θεωρείς ότι είχαμε σύνορα από το 1821 κατευθείαν ως τον Έβρο και την Ήπειρο και τα νησιά και την Κρήτη, αλλά κάθε βιβλίο, αν το ανοίξεις, θα σου πει το αντίθετο. Όχι, αγράμματε φίλε μου. Δεν ήταν έτσι. Και απαίτησε πολύ κόπο κάθε σπιθαμή σημερινής Ελληνικής Επικράτειας. Αυτής που σήμερα ξεπουλάν οι δοσίλογοι ηγετίσκοι σου, στηριγμένοι στην ψήφο σου.
Είπαμε, ο λαός μας ήταν χαμένος στον χρόνο, μια επαρχιούλα της Ρωμαϊκής, μετά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, μετά της Οθωμανικής. Αν ειλικρινά νομίζεις ότι πάνω από 5% από το αίμα σου είναι των Αχαιών, των Ιώνων, των Αιολέων και των Δωριέων, μια εξέταση θα σε πείσει για το αντίθετο. Γιατροί όμως δεν υπάρχουν, οπότε διάβασε, είναι δωρεάν πια.
Την ελεύθερη κολοβή Ελλαδίτσα την πρωτοδιοίκησε Γερμανός. Υπήρξε και ο έρμος ο Καποδίστριας, αλλά αυτόν τον έφαγαν νωρίς οι φίλοι σου.
Επ!, τώρα απόρησες. «Ποιοι φίλοι μου;;;» αναρωτιέσαι τώρα, ε; Οι φίλοι σου, οι προεστοί και οι κοτζαμπάσηδες. Αυτοί. Τα παλιά σόγια. Οι δικαιολογημένοι από τις περιστάσεις. Τα κολλητάρια των Τούρκων. Δεν ενδιέφερε, βλέπεις, το Σουλτάνο να ασκήσει διοίκηση στον αμιγώς ελλαδικό χώρο. Αυτός είχε συληθεί από αλβανικά και σλάβικα φύλα, όλους, όσοι εποφθαλμιούσαν τη θάλασσα, το κλίμα, τον τόπο. Τουρκαλβανοί πέρασαν, Αιγύπτιοι πέρασαν, Σλάβοι πέρασαν. Ούτε τη γλώσσα δεν ήξεραν, χρειάζονταν διερμηνείς. Ξέρεις, ο διερμηνέας είναι και απαραίτητος και καλοπληρωμένος. Ε, αυτή τη δουλειά κάνανε οι φίλοι σου. Τρόπος του λέγειν, βέβαια, μην παρεξηγηθώ. Δε νομίζω, ειλικρινά τώρα, ότι εσύ, ανθρωπάκι που τρέχεις πίσω από τον Αντώνη και το Βαγγέλη γλύφοντας για καμιά θεσούλα, έχεις οποιαδήποτε σχέση με τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Αλίμονο, τότε ήταν να μας πάρει όλους το ποτάμι.
Αυτοί που ασκούσαν εξουσία στο όνομα κάποιου αφεντικού, του Οθωμανού μονάρχη. Αυτοί ήταν τα σόγια. Αυτοί έφαγαν τον Καποδίστρια, αυτούς λέω, σε αυτούς αναφέρομαι. Αυτοί ήταν οι Νεοδημοκράτες και οι ΠΑΣΟΚοι της εποχής. Και όχι ο κουτός λαός, για όνομα του Θεού. Όχι αυτοί που έτρωγαν αποφάγια του αφέντη, όχι οι δειλοί, υποταγμένοι σε όποια εξουσία τους καθόταν στο σβέρκο, όποτε αποφάσιζε να κάτσει. Τα σόγια ήταν οι αρχηγοί.
Λίγα σόγια ήτανε, όχι πολλά. Και δημιούργησαν έναν κλοιό εξουσίας, προστατεύοντας τον Όθωνα, διασφαλίζοντας τη θέση τους. Αυτοί συνέχισαν, αυτοί συνεχίζουν μέχρι σήμερα. Αυτοί σε κρατάνε όμηρο του Γερμανού σήμερα. Αυτοί σου κόβουν το μισθό, αυτοί σε κρατάνε δέσμιο μνημονίων, αυτοί σου πετάνε ψαροκόκαλα, αυτοί σε αφήνουν να αρρωστήσεις, να πεθάνεις, να αυτοκτονήσεις, αυτοί αφήνουν τα παιδιά σου αγράμματα, αυτοί σου κλέβουν την αξιοπρέπεια, αυτοί το σπίτι (το θεμέλιο του εαυτούλη σου, το καβούκι σου, το τελευταίο κάστρο σου). Η αγία οικογένειά σου, η ξεφτίλα σου, η δουλίτσα σου, το χάλι σου, όλα, κινδυνεύουν από αυτούς. Από τα σόγια.
Κι εσύ έχεις μείνει πίσω, έχεις απομονωθεί. Παλεύεις με τη ντροπή, κρύβεις τη φτώχεια, το παίζεις άνετος, σκιάζεσαι να δείξεις ότι σκιάζεσαι. Και συνεχίζεις να γλύφεις, ερήμην, μπας κι αλλάξει. Γιατί τρέμεις να αλλάξεις από μόνος σου. Γιατί τρέμεις να διώξεις τα σόγια. Γιατί νομίζεις ότι ξέρεις Ιστορία. Γιατί σου είπαν ότι κατάγεσαι από ένδοξη φυλή, σαν αυτό να είναι κάποιο μαγικό αλεξίσφαιρο. Ναι. Καλά.
Και κρυφά αναπολείς τον Κωνσταντίνο και τον Ανδρέα.
Ειδικά ο πρώτος δεν ήταν από τζάκι. Αυτή ήταν η μεγαλύτερη αρετή του. Ο δεύτερος ήταν η καλύτερη εκδοχή του πατέρα του, και χαρισματικός. Λάθη – σωστά, ό,τι κι αν έκαναν, ήταν περισσότερο από όσα θα κάνουν ετούτα τα ζωντόβολα σε πενήντα ζωές. Δεν πιστεύω να διαφωνείς.
Κι οι δυο τους έφυγαν σχεδόν ταυτόχρονα. Άφησαν πίσω τους υποδεέστερους αντικαταστάτες, οι οποίοι με τη σειρά τους παρέδωσαν στους χείριστους. Ξαναγύρισαν τα σόγια, βγήκαν από τα λαγούμια τους. Ξαναπέσαμε στο βούρκο. Ήρθαν ξανά οι γερμανόφιλοι, οι λακέδες. Τα κολοβά φίδια άλλαξαν δέρμα. Κι έτσι κάπως ήλθε η παρακμή. Άνθρωποι χωρίς ηθικές αντιστάσεις, χωρίς πολιτικό βάρος, ανυπόληπτοι, ωφελιμιστές και καιροσκόποι, αριβίστες και καταστροφείς του έργου των οδηγητών και εμπνευστών σου.
Έφτασαν στο σημείο να σου πουν - κι εσύ να σωπάσεις - ότι εκείνοι οι ηγέτες ήσαν οι κακοί, ενώ οι παρόντες οι καλοί. Βαθιά μέσα σου το ξέρεις, είναι μέγιστο ψέμα τούτο. Βαθιά μέσα σου ξέρεις ότι φάνηκες λιγότερος των καταστάσεων και της συγκυρίας. Τους άφησες να αλλάξουν ρότα, τους επέτρεψες να ξανανοίξουν τα μεγάλα σαλόνια, να συναναστραφούν με τη γλυκερή τρυφηλή αυταπάτη της κάστας των πλουσίων, ώστε εσύ απέμεινες αιφνιδιασμένος θεατής, αμέτοχος και άμοιρος της ζωής που σου στερείτο, καταδικασμένος να χειροκροτείς και να υποστηρίζεις ερήμην ακόμη και της χείρας που σταύρωνε την επιλογή του Κόμματος, τον Εκλεκτό. Μόνο που αυτός ο εκλεκτός δε θα ήταν ποτέ επιλογή του αρχικού Ηγέτη σου. Ποτέ δεν ήταν.
Ο νέος Εκλεκτός ήταν η διεφθαρμένη επιλογή του ελλείποντος και υπολειπομένου ηγετίσκου, ή ο διαφθαρείς σε συντομότατο χρονικό διάστημα, όχι εσύ. Εσύ όμως σιώπησες.
Και δυστυχώς δεν ξέρω αν θα γινόταν αλλιώς, αν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, αλλά χειρότερα δε θα μπορούσε να γίνει.
Σήμερα όμως; Σήμερα δεν υπάρχουν δικαιολογίες. Σήμερα ξέρεις. Αυτός που υπέγραψε την καταδίκη σου, αυτός που φάνηκε ελάχιστος απέναντι στη συγκυρία και το Ελληνικό Έθνος, αυτός που σε ντρόπιασε, κάνοντάς σε να μη λες πουθενά πια με υπερηφάνεια ότι ψηφίζεις το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ή τη Νέα Δημοκρατία, ακριβώς επειδή δεν είναι πια η επιλογή σου, αλλά το απότοκο του φόβου σου, αυτός δε γίνεται, δε μπορεί, δεν πρέπει να σε φοβίζει άλλο.
Τώρα πρέπει να κάνεις το καθήκον σου.
Το χρωστάς σε σένα και στα παιδιά σου. Σε μένα δε χρωστάς τίποτε. Εμείς θα γίνουμε φίλοι, αμέσως μόλις ο φόβος φύγει από πάνω μας. Τώρα όμως πρέπει να σηκώσεις το ανάστημά σου και να πεις, στον εαυτό σου πρώτα και στους γύρω σου έπειτα, ότι το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και η Νέα Δημοκρατία που στήριξες, δεν υπάρχουν πια. Πρέπει να δεις εκείνους τους δήθεν ηγέτες σου και να διαπιστώσεις ιδίοις όμμασιν ότι αυτοί δε θα ήταν η επιλογή του Αντρέα και του Κωνσταντίνου σου. Ότι, αν οι δυο τους σηκώνονταν από το χώμα, πρώτα θα έτρωγες φάσκελο, μετά θα άκουγες φωνή και μετά κάποιοι λακέδες θα έτρεχαν ως την άκρη του κόσμου να κρυφτούν.
Εκεί που φτύνουμε, δε γυρνάμε, αυτό λέει ο λαός. Εσύ λαός είσαι. Φοβάσαι, αλλά εκεί τουλάχιστον έχεις φτύσει. Και εσύ και ο Κωνσταντίνος και ο Ανδρέας. Αλλά φοβάσαι.
Και πρέπει να αντιμετωπίσεις τους φόβους σου κατάματα, για να κάνεις περήφανα τα παιδιά σου, για να τους δώσεις ξανά ζωή.
Και τότε τα παιδιά σου θα έχουν τις ευκαιρίες που κι εσύ είχες - και τότε θα τ´ ακούσεις κρυφά μιλώντας μεταξύ τους να λένε με χαμόγελο:
"Μπράβο του πατέρα!"
Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

Ας είμαστε τυχεροί και γενναίοι λοιπόν.





Μπορούμε πάντα να οπισθοχωρήσουμε. Να βάλουμε την ουρά στα σκέλια, σαν δαρμένα σκυλιά, να κλαψουρίσουμε μόνοι, να μη μας πάρει είδηση κανείς. Μπορούμε και να αυτοκτονήσουμε ακόμη, να λυτρωθούμε από τη ντροπή της ανέχειας, της ανημπόριας, της αδυναμίας. Μπορούμε να τα παρατήσουμε όλα. Οι άλλοι νίκησαν, εμείς είμαστε οι ηττημένοι, έτσι δεν είναι;

Μπορούμε να μην αντισταθούμε καθόλου. Οι παρτιζάνοι είναι απολειφάδια άλλων εποχών. Δεν είναι αυτός ο καιρός για τους ήρωες του παρελθόντος, εκείνοι ήσαν έξοχοι, εμείς τιποτένιοι. Οι άλλοι νίκησαν, επειδή ήσαν περισσότεροι, επειδή ήσαν καλύτεροι, αλλά κυρίως, επειδή εκείνοι πάντοτε μπορούσαν να πετυχαίνουν αυτό που ήθελαν.

Μπορούμε να αποδεχθούμε το νομοτελειακό του πράγματος. Δεν ήμαστε φτιαγμένοι για περισσότερα. Όσος χρόνος, όσες δυνατότητες μας δόθηκαν, όσα χαρίσματα περηφανευόμαστε κάποτε ότι είχαμε, ήταν αυταπάτες και παραμύθια. Αυτή είναι η σκληρή πραγματικότητα. Οι άλλοι είναι καλύτεροι, πιο έξυπνοι, περισσότεροι και πιο δυναμικοί. Σωστά;

Για να συμπληρώσω  - και μόνο – τους πιο πάνω συλλογισμούς, ήθελα ένα πράγμα να ρωτήσω: Έχετε δει ποιοι μας νίκησαν;

Εσύ, ρε φίλε, που κοιτάς και δε βλέπεις μπροστά σου, έχεις δει εσύ ποιοι σε νίκησαν; Τους είδες και δέχεσαι να σε νίκησαν αυτοί; Πες αλήθεια τώρα, αλήθεια τους κοιτάς; Είναι αυτοί άξιοι να σε νικήσουν; Οπισθοχώρησες μπροστά σε αυτούς; Κλαψούρισες εξαιτίας τους; Αυτοκτόνησες, επειδή δεν μπορούσες να τους αντέξεις; Αλήθεια, ρε φίλε;

Εσείς, ρε μάγκες, το δέχεστε αλήθεια αυτό; Να σας παίζουν πεντόβολα αυτοί; Σοβαρά τώρα, τι είδους μάγκες είστε; Το βαρύ είδος είστε σεις; Αλήθεια, ρε μάγκες; Και δέχεστε να είστε λιγότερο μάγκες από τους γέρους σας, ε; Από τα κουρέλια, τα φτωχαδάκια, τα πεινασμένα, που φάγανε μπομπότα και φλούδα λεμονιού, σύκα και κονιάκ τριάρι. Από αυτά τα λιμασμένα γερόντια που στα νιάτα τους ήτανε δυο πιθαμές κάτω το μπόι τους από το δικό σας. Που βλέπανε κρέας κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα. Από αυτούς είστε λιγότερο δυνατοί;

Κι εσύ, κοπελιά; Κι εσύ είσαι λιγότερο δυνατή από τη γιαγιά σου; Σου είπε, άραγε, προτού να χαθεί για πάντα από το σκληρό τούτο κόσμο, τι πραγματικά σήμαινε η έκφραση «θα τον αγαπήσεις»; Σου είπε ποιος τη βίασε πρώτος, ποιος δεύτερος και ποιος τρίτος, μέχρι να τη βιάσει νόμιμα ο άντρας της; Σου είπε για το χωράφι που γέννησε τη μάνα σου; Σου είπε για την πείνα, το ξύλο, τη ντροπή; Κι εσύ, κοπελιά, την ξέχασες τη γιαγιά σου; Νομίζω ότι τελευταία της λέξη ήταν «να είσαι ευτυχισμένη». Είσαι ευτυχισμένη, κοπελιά; Κι ας το δέχεσαι αυτό;

Θυμάστε, φίλοι, πώς ήταν στο σχολείο αυτοί που μας νίκησαν; Ο σπασίκλας, ο ξενέρωτος, ο άγαμος, ο φλούφλης, ο καραγκιόζης, ο κακός, ο μίζερος, το φλύντρο. Τους θυμάστε; Θυμάστε ότι κάποιες φορές πιάνατε τυχαία τα γεμάτα φθόνο βλέμματά τους; Θυμάστε την αμηχανία σας, όταν νιώθατε τη ζήλεια τους, Θυμάστε εκείνα τα περιστατικά, όταν κάποιος από αυτούς σας έλεγε: «Θα σου δείξω εγώ!!»; Γελάγατε τότε, μάγκες και κούκλες. Αλλά οι καιροί άλλαξαν, ε; Νικηθήκατε από τους φλούφληδες, από τα φλύντρα. Είναι εντάξει αυτό;

Αλήθεια θέλετε να συνεχίσει έτσι; Αλήθεια αντέχετε να συνεχιστεί έτσι; Αλήθεια είναι τελεσίδικη και οριστική η ήττα σας; Αυτό ήταν; Τέλειωσε; Πάνε οι μαγκιές, πάνε οι ομορφιές; Πάνε όλα; Δε θέλετε να αλλάξει; Αποδεχτήκατε την ήττα σας; Θα αυτοκτονήσει κανένας από σας αύριο – μεθαύριο από ντροπή, από φτώχεια, από ανημπόρια, από ανέχεια, από δειλία;

Ρε, μπας κι είστε δειλοί;
Μήπως είστε χέστηδες, κιοτήδες, φοβητσιάρηδες, λαγοί, άνανδροι, κατρουλήδες;
Μήπως τζάμπα πάνε τα λόγια;
Μήπως ήσαστε πάντοτε λιγότεροι από το τίποτα;
Μήπως δεν ήσαστε ποτέ περήφανοι, δυνατοί, γενναίοι;
Ή μήπως ξεχάσατε τι ήσαστε;

«Για να θυμηθείς κάτι», έλεγε ο παππούς μου, «πρέπει να το έχεις ζήσει μια φορά».
«Για να θυμηθείς κάτι», έλεγε η γιαγιά μου, «πρέπει να σου έχει λείψει. Κι αλίμονο, αν δεν το έζησες ποτέ».

Λέω να προτείνω κάτι: Λέω να κάτσουμε όλοι μαζί και να στύψουμε το μυαλό μας και να θυμηθούμε. Τα πάντα. Πότε νιώσαμε γεροί στα πόδια μας. Πότε ερωτευτήκαμε παράφορα. Πότε βάλαμε τον εαυτό μας πίσω και στηρίξαμε κάποιον άλλο, χωρίς συμφέρον, αλλά επειδή αυτό ήταν το σωστό. Πότε ακούσαμε τη σωστή κουβέντα του φίλου και πότε προδοθήκαμε, αλλά το ξεπεράσαμε. Γιατί τότε ήμαστε μάγκες και ωραίοι. Τώρα δεν είμαστε.

Λέω ότι είναι καιρός να σταματήσουμε. Να δούμε γύρω μας και να αντιληφθούμε τι βλέπουμε. Να αρχίσουμε να νιώθουμε τι συμβαίνει, ποιος είναι υπεύθυνος γι’ αυτό που συμβαίνει, ποιος είναι ο δυνάστης μας. Και αν δυνάστης μας είναι ο σπασίκλας, ο ξενέρωτος, ο άγαμος, ο φλούφλης, ο καραγκιόζης, ο κακός, ο μίζερος, το φλύντρο του σχολείου, να το αντιληφθούμε, έξω και πέρα από κάθε αμφιβολία. Να ξανανιώσουμε νεαροί άντρες και γυναίκες στην ακμή τους. Να μαζέψουμε τις δυνάμεις μας, να ανασκουμπωθούμε, να ξεχάσουμε λυκοφιλίες και συμφεροντολογικές φτηνές συμμαχίες και να αποτινάξουμε τη λάσπη από πάνω μας. Να καθαρίσουμε τη φάση, όλοι εναντίον όλων. Αν γίνεται το ένας εναντίον όλων, πόσο πιο αποτελεσματικό θα είναι αυτό;

Αλλά θα χρειαστεί όλη η παλιά μαγκιά, όλη η δύναμη, όλη η αξιοπρέπεια, όλη η γενναιότητα. Ξέρουμε τώρα πιο πολλά από ποτέ. Είμαστε πιο δυνατοί από ποτέ. Είμαστε στον ύπνο, ναι. Είμαστε σε έναν αγχώδη, ταραγμένο, ρηχό ύπνο χωρίς όνειρα. Και δεν ονειρευόμαστε, ζούμε τον εφιάλτη. Τώρα όμως πρέπει να ανοίξουμε τα μάτια. Να πάει η σφαλιάρα σύννεφο. Να καθαρίσουμε τη φάση. Να φανούμε αντάξιοι. Να πεθάνουν χαρούμενοι οι γέροι μας. Να γελάσουμε κι εμείς ξανά. Να δημιουργήσουμε ξανά.

Έχει ξανασυμβεί, κύριοι. Από λιγότερο δυνατούς, από απελπισμένους. Από γενναίους. Από υπέροχους ανθρώπους.
Και πρέπει να ξανασυμβεί, ειδάλλως η Ιστορία θα συνοφρυωθεί – και δεν τα βάζεις με την Ιστορία, έχει αφανίσει λαούς και λαούς στο πέρασμα των αιώνων.
Είναι ώρα.

Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή 21 Απριλίου 2013

Κουτούτσικο.


Άκουσες ότι κάθε ξένος που θα χρειάζεται άδεια παραμονής στην Ελλάδα, θα μπορεί να ψωνίσει ένα ακίνητο, ένα χτηματάκι, βρε αδερφέ, αξίας 250.000 και θα την αποκτά ατάκα κι επιτόπου.

Και  - μόνο σε σένα - ήρθε η ιδέα: «Και δε σκοτώνω εκείνα τα 30 στρέμματα χέρσο που έχω από τον παππούλη μου σε κείνο το αλλοδαπό τομάρι που γνώρισα σε εκείνο το κωλόμπαρο πέρσι το καλοκαίρι; Εκείνο το ζούδι, πού να βγάλει αλλιώς άδεια παραμονής και υπηκοότητες και διαμονές και βλακείες; Θα του ξηγηθώ όμορφα: Δώσε συ σε μένα, θα του πω, 200 ζεστά, γράψε το συμβόλαιο 250 και πλήρωσε και τους συμβολαιογράφους και τους δικεόρους και το Δημόσιο, να κάμω εγώ τη δουλίτσα μου, να πλερώσω την εφορία και κάτι τράπεζες και κάτι ταξιδάκια που θέλω να τα κάνω, να βγει και η χρονιά κι όλα καλά».

…. Α λ λ ά   το ζούδι θα σου δώσει μόνο 50 – και δε θα παζαρέψει καθόλου την τιμή. «Άμα τα θες, πάρτα», θα σου πει. Και θα είναι κι ευγενικός για αρχή, θα σου πληρώσει και την εφορία. Και θα τα πάρεις - και θα λες και ότι είσαι μάγκας. Μπορεί να ψωνίσεις και καμιά μεταχειρισμένη μερσεντέ, μοντέλο '89, να κάνεις και το κομμάτι σου. Ωραίος.

Τη συνέχεια όμως δεν τηνε ξέρεις, πονηρούλη και γατόνι μου.   Η συνέχεια λοιπόν είναι ότι  τα  π ά ν τ α   θα έχουν αναγραφόμενη αξία 250, όσο κι αν πουλιούνται. Γιατί οι τιμές θα σπάσουν, κανόνας της αγοράς. Θα θέλει κι ο γείτονας να πουλήσει; Το συμβόλαιο με το αλλοδαπό φραγκάτο ζούδι θα γράφει πάντα 250, στο χέρι θα παίζει 45, 40, 35, 30, και πάει λέγοντας. Ένα στρέμμα; 250 γραμμένα. Δέκα στρέμματα; 250 γραμμένα. Στο χέρι όμως θα φτάσει και το δεκάρικο, όσο δυο φάσκελα. Κι η Εφορία τα λεφτά της στο ακέραιο. Ανάπτυξη, όμορφα.

Κι είναι και κάτι τύποι, δικά μας παιδιά, καλά παιδιά κι εθνικόφρονες και συνετοί, που θα σου κάνουν την πρόταση, π ρ ι ν  πας εσύ στους ξένους  επενδυτάς. Θα σου πουν: «πού να ψάχνεις, τι να ψάχνεις, πώς να ψάχνεις, αγράμματε και άσχετε περί τα ξένας γλώσσας; Μην έχεις 30 στρέμματα; Ένα στρέμμα έχεις. Φέρε εδώ το στρεμματάκι 5 χιλιάρικα, θα μαζέψω εγώ δυο - τρία  κι από τους γειτόνους και θα κάνουμε ντίλια όλοι μαζί». Σαν κι εσένα, μωρό, την έχουν πατήσει πολλοί, π ρ ι ν  από σένα μάλιστα. Οπότε μη χαλαστείς, λέω εγώ τώρα, άμα στην κάτσει ο μεσάζων ημεδαπός προεπενδυτής.

Άκου και το ωραίο: Είμαι εγώ τώρα, λέει, γερμανός που έχω ψωνίσει στην ψωροκώσταινα εδώ και δέκα χρόνια. Κανείς δε μ' αγαπάει, όλοι λένε ότι βρωμάνε τα πόδια μου; Πόσο με χαλάει να πουλήσω σκοτωμένο το τεσσάρι στον Βούλγαρο, στον Λεττονό, στον Πολωνό ντήλερ παπαρουνόσπορου; Πόσο θέλει το ελληνικό δημόσιο να γράφει το συμβόλαιο; 250; Τόσο θα λέει, πάνω απ΄ όλα η ανάπτυξις. 

Και θα αποκτήσεις γειτόνους - καμάρια, τα καλύτερα παιδιά. Και δε θα 'ναι αυτά τα καμάρια από κείνα που τρώνε ξύλο και δουλεύουν στα χωράφια. Όχι, αυτά θα είναι ευηπόληπτοι έμποροι παπαρουνόσπορου. Ίσως να βοηθήσει κι ένας καλός κύριος, Άδωνι τον λένε στο παρατσούκλι λόγω ομορφιάς, να έρθει και κανάς Ιμπραήμ, κανάς Οσμάν, επίσης ευπόληπτος στην πατρίδα του  - και τα λεφτά του καθαρά, διπλοπλυμένα.

Μετά θα γεράσεις και θα ψοφήσεις, αλλά θα έχεις αφήσει παιδιά πίσω.  Το τι σιχτίρι έχεις να φας πάνω απ’ τον τάφο, καημένε μου, που δε θα μπορέσουν ποτέ να αποκτήσουν δική τους γη μέσα στη χώρα τους τα παιδάκια σου, δε λέγεται. Αμ η χήρα; (μην περιμένεις να σε αφήσει πίσω, τέλος, στις γυναίκες πάνε τα μαύρα). Αυτή θα έρχεται και θα βάζει φυσικό αέριο δικής της παραγωγής στο καντήλι.
          
Αποτέλεσμα; Παλιό και δοκιμασμένο τρεις φορές, σαν συνταγή του ανεμογκαστρονόμου. Θυμάσαι, βρε, το γερο-Λαδά, θυμάσαι το Συμβολαιογράφο του Ραγκαβή; Κατάλαβες τι παίχτηκε στην Κύπρο;

Ρε συ, θα σου πω και κάτι τελευταίο, αλλά μη γελάσεις. Είναι κάτι παλαβοί που αυτά τα λένε εσχάτη προδοσία, λένε ότι αυτά τα εκπορ(ν)εύει ένα ανθελληνικό, αφελληνιστικό think tank, ότι παντού μέσα παίζει μια Άννα. "Η μοιραία", έτσι τη λένε - και συχνάζει και σε λέσχες με γέρους φραγκάτους .

Τι σου λέω κι εγώ τώρα, ε;  Την πενηνταρού να τσεπώσεις εσύ και γαία πυρί μειχθήτω.

Κι έτσι θα γίνει. Κουτούτσικο.  
Διαβάστε Περισσότερα »

Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

Ο Θάνατος δεν κάνει διακοπές*




Το ανθρώπινο είδος απορεί: 
«Υπάρχει ζωή μετά το Θάνατο; Πού πάω, αφού τα σκουλήκια αρχίσουν να κάνουν πάρτυ πάνω στο κρύο σώμα μου; 
Ο Λάζαρος την έκανε τελικά; 
Να προτιμήσω ορυζώνες, λειβάδια, ή μήπως να γινόμουν πέτρα, μετά κάμπια, μετά ιπποπόταμος και μετά Πρωθυπουργός των Ελλήνων;»

Ο Θάνατος χαμογελά.

Το ανθρώπινο έλλογο ον επαίρεται:
«Είμαι η κορυφή της τροφικής αλυσίδας, δεν υπάρχει άλογο, μοσχάρι, φίδι, κότα, χελώνα, γουρούνι, σαλιγκάρι, πρόβατο που θα μου ξεφύγει, οι αρουραίοι στη σειρά, παρακαλώ. 
Είμαι το τελικό στάδιο της εξέλιξης. Βγήκα από τη θάλασσα, ανέβηκα στα δέντρα, κατέβηκα, ζωγραφίζω στις πέτρες, έμαθα τη φωτιά, τον τροχό, τα αερόπλανα, τη μαστρωπεία, την οριζόντιο ιδιοκτησία, τον πολιτικό λόγο, τη δουλεία, τα υπερπόντια ταξίδια, τις offshore, τη βυρσοδεψία, το τραστ, την οδοντογλυφίδα, το τηλεκοντρόλ, τις δίαιτες εξπρές, τη Θεωρία της Σχετικότητας, το Χρηματιστήριο, το τζελ μαλλιών σε φουντουκί απόχρωση, τα διαδικτυακά κόλπα, τη διδαχή, τον προσηλυτισμό, τις εφτά θάλασσες, το πλαστικό, τη σόγια έκτης γενεάς, τα βλαστοκύτταρα, τη μορφή της επιφανείας του Άρη, τη χαλάουα, και όλα, όσα απαρτίζουν το σημερινό Πολιτισμό μου».

Ο Θάνατος έχει πεθάνει στα γέλια.

Ο σημερινός έμφρων πολίτης εξανίσταται: Εξαρτάται η ζωή μου από κρυφά και συνωμοτικά λόμπυ επαϊόντων και ευαγγελιζομένων την πλανητική καταστροφή; 
Υπάρχει απάντηση για το μακελειό στο Τέξας, στην Αίγυπτο, στο Ιράν, στη Βαγδάτη, στη Ρωσία, την Κύπρο, τη Συρία, την Ελλάδα; 
Μπορώ να σώσω τον υπέροχο πολιτισμό του 21ου αιώνα; 
Υπάρχει λύση στη διαστροφή των παιδεραστών, των παιδόφιλων, των πολιτικών; 

Ο Θάνατος ξερνάει. 

Οποιοσδήποτε ερωτηθεί στο δρόμο σήμερα και εφ’ εξής, θα έχει κάτι να απαντήσει για οποιοδήποτε από τα παραπάνω λήμματα. 
Γιατί το ανθρώπινο γένος τα γνωρίζει πλέον όλα. 
Και πάντοτε θα ξεχνάει μόνο ένα:

Ο Θάνατος δεν κάνει διακοπές.

* του Θάνου Αθανασιάδη
Διαβάστε Περισσότερα »

Τρίτη 16 Απριλίου 2013

Ξέχασες.

Μα δεν πέρασε τόσος καιρός.
Δεν το δικαιολογεί η απόσταση.
Δεν προέκυψε από τη συγκυρία.
Επέλεξες, μα επέλεξες λάθος.
Έκανες πίσω. Φοβήθηκες.

Προτίμησες να σκύψεις το κεφάλι.
Να πεις: «θα περάσει».
Μα δεν πέρασε.
Συσπειρώθηκε, αναδιπλώθηκε, επιτέθηκε πάλι.
Ξανά και ξανά νικήθηκες.
Δείλιασες να υψώσεις ανάστημα.

Τώρα λες ότι θυμήθηκες.
Μα αναλώνεσαι στα μικρά.
Χάνεις το στόχο.
Δεν έχεις στόχο ακόμη.
Παλινδρομείς.
Εξανίστασαι σιωπηλά. Γίνεται, αλήθεια;

Κοίτα γύρω σου, παντού θύματα.
Μα είσαι ζωντανός, δεν ανήκεις σε αυτά.
Επέζησες, ίσως από Τύχη.
Δε θα την ευχαριστήσεις;
Είσαι ακόμη εδώ, σκέψου κάτι.
Θυμήσου.

Δεν ήσουν πάντοτε έτσι.
Δε σε περιγελούσαν για δειλό.
Αξίζεις, ακόμη και τώρα, σεβασμό.
Επέζησες, αλλά κάτι πρέπει να αποδείξεις.
Πρέπει να σεβαστείς τη ζωή.
Πρέπει να διαβείς το κατώφλι του σκότους.

Να επιστρέψεις.
Πρέπει να θυμηθείς.
Ο Πλάτωνας σε περιμένει.
Η ψυχή σου λαχταρά να ζήσει χωρίς φόβο.
Διώξε το βάρος, αλλά κάντο τώρα.
Ξέχασες, αλλά θυμήσου:

Έχεις μόνο μια ζωή.
Αξίωσέ τη.
Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή 14 Απριλίου 2013

Το φλύντρο.

Κατά την τετραετία ’78-’82 έζησα στη Θήβα. Παράξενη εποχή. Ήμουν ξένος, μικρός, έτοιμος για την εφηβεία  - και είχα αφήσει πίσω μου τα τελευταία ευτυχισμένα μου χρόνια. Αυτό δεν το ήξερα τότε, αλλά σήμερα σκέπτομαι ότι η ευτυχία είναι παραγνωρισμένη και υπερεκτιμημένη ποιότητα ζωής, το εξηγεί καλύτερα ο κυρ – Αντώνης, οπότε ας όψεται.
Ξένες λέξεις! Είχα ξένες λέξεις στον ξένο τόπο. Παρ’ όλο που τα αρβανίτικα τα μιλούσαν πολύ στην Ηγουμενίτσα, αυτά τα λόγια δεν τα είχα ξανακούσει. Κι ας ήταν ελληνικά. Το «ούι!!» των παιδικών χρόνων, του θαυμασμού, της επιδοκιμασίας, της απορίας, έπρεπε να το αντικαταστήσω με πιο αρνητικές λέξεις και εκφράσεις. Θυμάμαι πολύ έντονα το «χαλασμένος». Χαλασμένος ο ένας, χαλασμένος ο άλλος, πολλά σήμαινε αυτή η λέξη, όλα αρνητικά. Η αντίθεση με τη θετική ενέργεια του «ούι!!», πλήρης.
Η λέξη χαλασμένος υπάρχει στο λεξικό. Κι άλλες από εκείνες που έμαθα τότε, που τώρα μου διαφεύγουν, υπήρχαν επίσης στο λεξικό. Υπήρχε όμως μία που ούτε στο λεξικό υπήρχε, ούτε ήξερε κανείς γιατί τη λέγαμε. Ήταν, σα να λέμε, μια λέξη παντοίας χρήσης. Το φλύντρο. Με γιώτα ή με ύψιλον, δεν ξέρω να πω, αλλά εμένα μου άρεσε και μου αρέσει με ύψιλον. Μου φέρνει σε φύτρο, γόνιμο πράμα, ίσως γι’ αυτό.
Μέσα στα χρόνια που πέρασαν, χρησιμοποίησα τη λέξη αυτή με διάφορους τρόπους. Για τον ηλίθιο, για τον «καλό μαθητή της δασκάλας», για το τσιράκι, για τον κουτοπόνηρο, για εκείνον που θα έκανε αυτό που ήθελε με κάθε τρόπο.
Το Σάκη έλεγα φλύντρο, το θυμάμαι καθαρά. Θέλαμε κι οι δυο τη Μαρία, αλλά εκείνος με κλώτσαγε από πίσω, όταν τον ντρίμπλαρα στη μπάλα, για να μην πέσει στα μάτια της και τη χάσει. Έπεφτα εγώ, μάτωνα στα γόνατα, πόναγαν τα καλάμια, αλλά του έσπαγα τα μούτρα και τον έλεγα φλύντρο.
Πέρασε ο καιρός. Έφυγα από τη Θήβα. Άφησα πίσω αναμνήσεις, εικόνες, το φίλο μου το Νίκο.
Στην Αθήνα που πήγα, η λέξη «χαλασμένος» σήμαινε μόνο ένα πράγμα. Το «ούι!!» το είχα ξεπεράσει. Δεν ήμουν πλέον ευτυχισμένος. Έμενε το φλύντρο. Αλλά αυτό δεν το καταλάβαινε κανείς. Κι εγώ σταμάτησα να το λέω φωναχτά. Μόνο από μέσα μου το έλεγα, στα μεγάλα νεύρα, στις μεγάλες απογοητεύσεις.
Είχαν πλέον περάσει περί τα δέκα χρόνια από τη στιγμή που είχα πρωτακούσει τη λέξη. Εκεί, γύρω στο στρατό, επανεμφανίστηκαν οι μνήμες. Οι Χαλκιδείς συστρατιώτες μου ήξεραν το «χαλασμένος», αλλά όχι το «φλύντρο». Κι εγώ έμεινα με τη μοναχική γνώση.
Αποφάσισα να σταματήσω να κρύβομαι στα Ίμια. Ήμουν στην Κομοτηνή τότε, πολλά νεύρα, μου έβγαινε αυθόρμητα. Κανείς δε με ρωτούσε τι έλεγα, τι σήμαινε αυτό που έλεγα. Ήξεραν όλοι ότι έβριζα και είκαζαν από τον τόνο το εκάστοτε νόημα. Και με φοβόντουσαν, όταν με άκουγαν να το λέω, ειλικρινά.
Σήμερα μονολόγησα τη λέξη εκ νέου. Θα είχαν περάσει και δέκα χρόνια από την τελευταία φορά. Το θεώρησα σημαδιακό. Κι έφτιαξα μια λίστα στο μυαλό μου με κάθε τι, καθέναν και καθεμιά που θέλω να αποκαλέσω έτσι. Η λίστα είναι δική μου και δεν τη μοιράζομαι. Θέλω όμως να μοιραστώ μαζί σας τη λέξη.
Πείτε κάποιον «φλύντρο» και δώστε εσείς στη λέξη την αρνητική χροιά της επιλογής σας. Ξεστομίστε την με περιφρόνηση, με αποτροπιασμό, με βδελυγμία, με αποφορά, με αποστασιοποίηση.
Κάντε τη λέξη όπλο κατά εκείνου, ο οποίος θα σας κοιτά σα φλύντρο και θα απορεί, μην ξέροντας τι του λέτε, πώς τον αποκαλείτε, τι του προσάπτετε. Κι όταν κάνετε κέφι, νομίζω ότι μπορείτε να κάνετε και συνδυασμό: «Ούι!! Ένα φλύντρο». Εύθυμη ειρωνεία, κάτι τέτοιο, σαρκασμός, ξέρω ‘γω;
Σας διαβεβαιώ, η λέξη είναι υπαρκτή. Τα λεξικά όμως δεν την έχουν καταχωρισμένη στην υποομάδα με τις βωμολοχίες. Άρα δε χρήζει και ποινικού κολασμού, αν και μένω με την εντύπωση ότι κάποιοι, πιο έγκριτοι από εμένα, νομομαθείς συνάδελφοί μου θα διαφωνήσουν με την αξιωματική μου αυτή θέση.
            Κι αν έχω λάθος, πρώτο φλύντρο θα είμαι εγώ.
Διαβάστε Περισσότερα »

Σάββατο 13 Απριλίου 2013

Σκουπίδι.

Δεν κοιτάζω πια τους δημοτικούς τενεκέδες. 
Φοβάμαι ότι θα δω γνωστό.
Δεν κοιτάζω πια γύρω μου. 
Φοβάμαι ότι κάποιος θα με κοιτάξει.
Δε μιλάω πια με τους φίλους. 
Φοβάμαι ότι είναι οι εχθροί.
Δε νιώθω πια τη ζωή να κυλάει στις φλέβες μου. 
Έσβησα προ τριετίας.
Δεν ονειρεύομαι πια για το μέλλον των παιδιών μου. 
Δεν έχουν.
Δεν είμαι άνθρωπος. 
Είμαι σκουπίδι.

Αλλά έχω αξιοπρέπεια!
Δεν το λέω πουθενά!
Δεν το μοιράζομαι με κανέναν!
Και θα πεθάνω δίπλα σε έναν τενεκέ, μια από αυτές τις μέρες.
Διαβάστε Περισσότερα »

Τρίτη 9 Απριλίου 2013

Δυνατός.




Με μεγάλες απλόχερες αγκαλιές.
Με πόδια που να στηρίζουν και να δίνουν την αίσθηση της γης.
Με κορμί από πέτρα, τον πόνο να μη νιώθει.
Να σπάει, αλλά να μη λυγίζει.
Ο χαμός του να είναι πραγματικός.
Η νίκη του να είναι αληθινή.
Με μπούσουλα την αγωνία των κουρελήδων γύρω.
Με ρότα τον αναπαμό τους.
Και μάτια στο στόχο.
Διαβάστε Περισσότερα »

Το όλον και το μέρος - New Year's Resolutions Reloaded pts. I, II & III





Καλημέρα, καλησπέρα και καληνύχτα σας,

Η σειρά των κειμένων που ακολουθεί, ολοκληρώνει το έργο, στο οποίο  αποφάσισα να προβώ, προκειμένου να δώσω κάποιες απαντήσεις σε μένα και σε σένα, αλλά και σε εκείνον που με διαβάζει, αλλά ντρέπεται να το πει.

Το τρίτο κείμενο γράφτηκε στις 3 Απριλίου 2103, το δεύτερο στις 28 Δεκεμβρίου του 2012 και το πρώτο επίσης. (Σπαστικούλη, γιατί τα γράφεις ανάποδα; Τέλος εσωτερικής διαβούλευσης).

Δεν άλλαξα τίποτε. Το κακό της αποσπασματικής γραφής συμβαίνει κάποιες φορές να είναι και το προτέρημά της: ο χρόνος κρίνει τι ήταν σπουδαίο, τι διαχρονικό, τι τελικά συνέβη. Η Ιστορία θα απαλείψει, όχι οι άνθρωποι.
Κι όπως λέει κι ο μακαρίτης, ο σπουδαίος μουσικός, Rowland S. Howard: the Story goes...

New Year’s Resolutions Reloaded.

Πάει κοντά έτος, από τη στιγμή που αποφάσισα δημοκρατικά (με ψήφους δυο έναντι καμιάς στην κόντρα με τον εαυτό μου περί τη χάραξη νέας ατομικής πορείας) να ασχοληθώ ενεργά με τα πολιτικά πράγματα σε επίπεδο κεντρικής πολιτικής σκηνής.
Όχι, δε μου έλειπε η άποψη, ούτε οι θεόσταλτες ιδέες σχετικά με το τι ή ποιος μπορεί να σώσει αυτόν τον τόπο. Για την ακρίβεια είχα ήδη προαποφασίσει ότι ο τόπος αυτός δε σώζεται με καμία δύναμη
Δεν ήταν και καμία σοφία αυτό: Ήδη από εικοσαετίας είχε καταρρεύσει το αντίπαλον δέος της κόκκινης αρκούδας. Ήταν νομοτελειακό να καταρρεύσει και ο άκρατος νεοφιλελευθερισμός, έλεγα. 
Φαίνονταν μάλιστα να συμφωνούν μαζί μου πολλοί, τουλάχιστον αυτό έδειχναν τα σημάδια των τότε καιρών: Βασικά, όντως δεν υπήρχε αντίπαλος: Οι δήθεν αριστεροί της πλάκας (νυν ώριμη ΔΗ.Μ.ΑΡ.), με τις βολεψιάρικες «περί ήπιας αντίδρασης» απόψεις τους, οι οποίες σήμερα τους έχουν καταστήσει το μεγάλο πρόβλημα, ωσεί γενίτσαρους των δεξιών. Η εξαφανισμένη ακροδεξιά του Καρατζα-φέρτα-όλα-να-λιγδώσει-το-εντεράκι, η οποία παρέπαιε στο άτοπο της βασιλο-χουντικής συνύπαρξης (και βασιλιά και στρατά με τάνκς και εθνικοφροσύνες και κόκκινη μηλιά και εθνική παλιγγενεσία και τα πάντα όλα – μόνο που το βασιλιά τον είχε διώξει η χούντα και Κύπρος δεν είχε μείνει, παρά ένα κομματάκι). Το Κ.Κ.Ε. της Αλτσχάιμερ, το οποίο δεν είχε παρευρεθεί στην πτώση του Τείχους, «οπότε δεν είχε συμβεί τέτοιο πράγμα». Ο Συνασπισμός της θεωρίας και της διανόησης, «κουβέντα να γίνεται», «να το συζητήσουμε» «να διασκεφθώ μονάχος, να βγουν δυο απόψεις, να το πω και του ίσκιου μου, να δω τι λέει κι εκείνος», το κουλέρ λοκάλ ανέκδοτο, τέλος πάντων.
Και υπήρχε και η Εξουσία: εναλλασσόμενη, πάντοτε ίδια, ΠΑ.ΣΟ.Κ., Νέα Δημοκρατία, η Εξουσία. «Μη μιλάς κατά του ΠΑ.ΣΟ.Κ., είσαι οπισθοδρομικός!!!» Μην καταφέρεσαι κατά της Νέας Δημοκρατίας, θα βρεις δουλειά του Αγίου (αυτουνού, του τέτοιου μωρέ, έλα, τέλος πάντων).
Αυτή η Εξουσία είχε όλα τα χαρακτηριστικά που την καθιστούν τέτοια: είχε ΜΑΤ και ΜΕΑ (για μια Ελλάδα νέα), είχε προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είχε τους Τούρκους στο πλευρό μας, με νέα και μεγαλεπήβολα εξοπλιστικά προγράμματα σε επίπεδο καραβάνας και κατεψυγμένου Αργεντινής, όποτε είπε να κουνηθεί κανείς, είχε το χρυσό όνειρο της Γιάννας Αγγελοπούλου, του Μπάμπη του Βωβού, του Πέτρου του Κωστόπουλου, του Κόκκαλη, του Βαρδινογιάννη, της Πανάθας και του Γαύρου, είχε Μερσεντέ και Ζήμενς, είχε Οζάλ, Οτσαλάν, Κλίντον, 17 Νοέμβρη, είχε γκόμενες στο πιάτο, είχε κλάμπινγκ, μεγάλες πίστες, είχε καφρίλα στην παραλιακή, κάγκουρες, πλατινέ ξανθιές κότες, Ars Gratia Artis, τα είχε όλα. Κι αυτά, και όσα ξεχνάω, σχωρνάτε με.

Και κανείς δεν έλεγε τίποτε. Και κανείς δε μιλούσε, επειδή δεν υπήρχε ένας που να μη γούσταρε. Ανεξάρτητα από ιδεολογίες, όλοι γούσταραν την ευζωία, την άνεση, τη μέρα με αύριο και μεθαύριο και παραμεθαύριο, χωρίς ζόρια, χωρίς πολλά πολλά.

Και μετά μάθαμε έτσι. Έτσι δεν είναι;

Ναι, αλλά ο νεοφιλελευθερισμός δεν έπεφτε. Ανδρωνόταν. Αναπτύσσετο, εξελισσόταν.

Εμένα (και του ίσκιου μου) καθόλου δε μας άρεσε αυτό. Βλέπετε, ουδέποτε υπήρξα υπέρ της εξουσίας αυτού του τύπου. Της εξουσίας, η οποία βολεύει τους γκρινιάρηδες και τους κάνει γενίτσαρους.

Αρκούσε, να το πούμε έτσι, η εξής πατέντα: Γκρίνιαζες στον ΠΑΣΟΚο, έγλυφες το ΝεοΔημοκράτη, ή vice versa. Το αποτέλεσμα πανομοιότυπο: θεσούλα στο Δημόσιο. Αν δεν έπιανε κι αυτό, γινόσουν κομμουνιστής και συνδικαλιστής και αγωνιστής, για τα δίκαια του Λαού. Κάτι έξτρα στα οδοιπορικά, κάτι τζάμπα τσιμπούσια, κάτι υπερωρίες, κάτι κανά μπαξίσι, «να ηρεμήσει ο όχλος», και  - να σου πω κάτι; - πιο μάγκας ήσουν – και επανάσταση, να ‘ουμ’.

Τέλεια όλα αυτά. Γιατί δεν έπεφτε ο νεοφιλελευθερισμός; Δεν καταλάβαινε κανείς τι συνέβαινε και έσκαγαν τα περιστασιακά κανόνια στην αγορά; Δεν προβληματιζόταν κανείς, όταν η Διαμαντοπούλου – μέλος ισχυρό της πανίσχυρης Λέσχης, έμπαινε στα μέσα και στα έξω της παιδείας και εξανδραπόδιζε το σύνολο των δομών; Δεν κόλλαγε κανείς τρυφηλός να πει «ως εδώ», όταν έσκαγαν το ένα μετά τ’ άλλο τα φουρνέλα της Στάζι, της Ζήμενς, του Ο.Τ.Ε., της Δ.Ε.Η.; Μπαμ ο καθένας;; Τσουκάτος, Πάγκαλος, Άκης, Χριστοφοράκος, Λοβέρδος, Βενιζέλος, Παπακωνσταντίνου; Δεν προβληματίστηκε κανείς πού θα πάει το πράμα, όταν όλοι αυτοί είχαν σταματήσει εμφανώς να κρύβονται και είχαν πια αρχίσει να λένε ξεδιάντροπα ότι είναι νεοφιλελεύθεροι; Τόσο τυφλοί κατέστησαν όλοι, που άφηναν τους αρχιμπάτσους να αλωνίζουν με λίστες του Βουλγαράκη ... προς όφελος ΠΑ.ΣΟ.Κ.ων; Έγιναν καλές οι λίστες των διπλοεγγεγραμμένων ψηφοφόρων, επειδή . . . τις έσιαξε ο . . . Παυλόπουλος ; ; ;

Πού πήγαινε όλο αυτό; Και δηλαδή πού να πήγαινε; Υπήρξε, λέτε, ένα λαμόγιο από αυτά που μας/σας/τους κυβερνούν σήμερα  - τώρα που συσπειρώθηκαν, σαν τις ύαινες – που να μην ήξερε;;;

Αλήθεια τώρα, μεταξύ μας…. Λέτε να υπήρξε έστω κι ένας;

Ποιον, λοιπόν, να δικαιολογήσουμε; Κάποιον, έναν. Να βγει κάποιος πολίτης και να μου φτύσει το όνομα στα μούτρα: να μου πει «ξέρεις, κάτι, ρε φίλε; ο τάδε ΔΕΝ ήξερε, τέλος».

Αμφισβητώ ειλικρινά τη δυνατότητα οποιουδήποτε να ξεστομίσει τέτοια κουβέντα, χωρίς να είναι διανοητικά ελλιποβαρής ή λαμόγιο.

To be continued (κάτι μέρες μείνανε)


New Year’s Resolutions Reloaded (pt.II)

Πού είχαμε μείνει; Α!, ναι, στο ότι αυτός ο τόπος δε σώζεται με τίποτε. Ωραία ιδέα και άποψη, αισιόδοξη, εύχαρις και με προοπτικές, ένα πράμα. Το μόνο της μειονέκτημα ήταν – και παραμένει – το άτοπό της: Δεν ωφελεί να ισχυρίζεται κάποιος ότι τίποτε δε διορθώνεται και ταυτόχρονα να προσπαθεί μέσα από την άρθρωση νέου πολιτικού λόγου να διορθώσει τα κακώς κείμενα: καταντάει σχιζοφρένεια!

Στα πηγαδάκια των θαμώνων της Ομόνοιας της δεκαετίας του ’60 (το συλλογικό ασυνείδητο λέει ότι) ανδρώθηκαν οι σπουδαιότεροι Έλληνες πολιτικοί, ότι εκεί γεννήθηκαν ιδέες επιχειρηματικού δαιμονίου και ότι, αν ήθελες να μάθεις κάτι ουσιαστικό και ωφέλιμο ατομικά, όφειλες στον εαυτό σου να αποκρυπτογραφήσεις τους κώδικες των συναθροιζομένων, να τους εκμαιεύσεις τα μυστικά και να γίνεις σπουδαίος – αυτό αρκούσε.

Κανείς δε μπήκε προφανώς στον κόπο να αναρωτηθεί για ποιον, τέλος πάντων, λόγο όλοι εκείνοι οι σπουδαίοι θεωρητικοί και συναγελαζόμενοι αλλήλοις δεν έγιναν οι ίδιοι σπουδαίοι και μεγάλοι και τρανοί.

Ήταν μάλλον απλή η απάντηση: ήταν ευκολότερο να μιλάς, παρά να πράττεις. Αργόσχολοι, ξεπερασμένοι, ωχαδερφιστές, ταλαίπωροι γραφικοί: αυτοί συναγελάζονταν στην Ομόνοια του ’60 και του ’70. Οι σημερινοί γεροξεκούτηδες που περιμένουν τη σύνταξη μειωμένη κατά 50 με 60% και είναι πολύ ευχαριστημένοι που το αστέρι της Ευρωπαϊκής πολιτικής τους άφησε και 200 ευρώπουλα να ζήσουν, είναι εφάμιλλοι των τότε ομονοιάκηδων. (Πολύ άνετος είμαι με τους γέρους, ε; Ναι, ο μάγκας! Βλέπετε, ο πατέρας μου χάθηκε στα 55 του, δε χρειάζεται να τιμώ τα γηρατειά, δεν έχω τις αυταπάτες ότι ο νέος μαλάκας, όταν γεράσει, γίνεται σοφός. Γερομαλάκας γίνεται).

Τέλεια, η απάντηση βρέθηκε! Θα σκοτώσουμε όλους τους γέρους, θα μείνουμε κανά δυο εκατομμύρια (άλλοι νέοι δεν υπάρχουν στην Ελλάδα της υπογεννητικότητας και της σήψης του ’12), θα κάνουμε επανάσταση μόνοι μας, ας βγούμε και δεύτεροι, πάλι νικητές θα είμαστε και μετά θα … καθόοομαστε!!

Μπα, ούτε κι αυτό πρέπει να είναι η λύση… Ας την κρατήσουμε στην καβάτζα όμως, πού ξέρεις; Μπορεί να χρειαστεί, αν δε βρεθεί κάτι άλλο.

Θα ζητήσουμε και από το Βαγγέλη μια συνταγματική τοποθέτηση και εφαρμογή μιας διάταξης (καθόλου φωτογραφικής, στηλιτεύω τέτοιες ποταπές μεθόδους!!), του στυλ « στο άρθρο 300 του Ποινικού Κώδικα προστίθεται δεύτερη παράγραφος: Εάν το θύμα της ανθρωποκτονίας συναίνεσε με την ψήφο του στην άνοδο στην εξουσία του πολιτικού ανδρός, ο οποίος και φόνευσε το θύμα, αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης και αποδίδεται το Μετάλλιον της Λεγεώνος του Ελντοράντο στον ως άνω πολιτικόν». Νομίζω ότι η παρούσα Βουλή των Ελλήνων δε θα έμενε αδιάφορη σε μια τέτοια πρόταση. Τέλος πάντων, ίδωμεν.

Αλλά ας μιλήσουμε σοβαρά. Ας δούμε τις διεξόδους μας. Αν στρεφόμαστε στον ορθό δρόμο του νεοφιλελευθερισμού; Όχι και πολύ άσχημη ιδέα! Στην τελική, γιατί να πληρώνω εγώ το Κράτος και τους δημοσίους υπαλλήλους;   Ε;  Εγώ επέλεξα να ασκήσω ελεύθερο επάγγελμα, όχι να με ταΐζει ο άλλος. Επέλεξα να μη γλύψω, να μην παρακαλέσω για μια θεσούλα, να είμαι αυτόνομος! Και μέσα από την ορθή δεξιά πρακτική να γίνω εγώ ο πιο σπουδαίος, ο πιο πλούσιος, ο πιο μάγκας!!!

Μμμμμμ, δεν ξέρω… νομίζω ότι λίγο δύσκολα θα ζήσουν τα παιδιά μου ανάμεσα σε φτωχούς κουρελήδες με μίσος στα μάτια. Νομίζω ότι δεν έγλυψαν όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι, μόνο οι άχρηστοι και οι υπάνθρωποι, αλλά…. τέτοιοι υπάρχουν παντού. Νομίζω ότι στο νεοφιλελευθερισμό η εμπειρία έχει δείξει ότι δεν είναι οι καλύτεροι αυτοί που αναρριχώνται, αλλά τα πλέον κτήνη. Ότι αυτό είναι το πολιτικό σύστημα με τις περισσότερες ομοιότητες προς τη φρίκη της ωμής δύναμης, της χωσίας, της σκληρότητας επιπέδου ζωικού βασιλείου. «Φάε, για να μη σε φάνε, σκότωσε, πάτα επί πτωμάτων, ανέβα και λιώσε τα κεφάλια που σηκώνονται να δουν ήλιο», τέτοια.

Νομίζω επίσης ότι ο νεοφιλελευθερισμός έχει υιοθετήσει μια φοβερή πατέντα, ώστε να βρίσκεται πάντοτε στην από πάνω: Ισχυρίζεται ότι επιθυμεί την κατά το δυνατόν ελάχιστη συμμετοχή του Κράτους στην ατομική και εν συνόλω κοινωνική οικονομική δραστηριότητα, πλην όμως . . . το πανίσχυρο Κράτος του νεοφιλελευθερισμού υιοθετεί τις μυστικές υπηρεσίες, τις μονάδες κρατικής καταστολής, τα πιστοποιητικά νομιμοφροσύνης, την παρακολούθηση, το espionage, τον agent provocateur, το στρατό, τα δημόσια αγαθά, τα πάντα όλα, χάριν της ατομικής ευμάρειας. Σαν όλη η ζωή να είναι ένας αγώνας ποιος θα είναι ο πιο αλώβητος,  ό,τι κι αν πράξει, υπεράνω όλων των άχρηστων κουρελήδων, οι οποίοι εργάζονται για αυτόν, παράγουν για αυτόν, υποτάσσονται σε αυτόν. Στην άγρια φύση που σκεφτόμουν πριν ως αναλογικό παράδειγμα, αυτό – νομίζω – δε συμβαίνει. Στην αγέλη των λεόντων, όλα τα λιοντάρια είναι καλοταϊσμένα. Μπορεί το μπον φιλέ της ζέβρας να χλαπακιάζεται αυθωρεί και παραχρήμα από το μεγάλο αρσενικό, αλλά δεν υπάρχει ένα ζωντανό, το οποίο να μη φάει τίποτε.

Πού ποντάρει λοιπόν το υπαρκτό – ανύπαρκτο Κράτος της Δεξιάς, ώστε να διατηρείται τόσο καλά στη φθορά του Πανδαμάτορος, σχεδόν τόσο, όσο κι η κυρία Μαριάννα;;;

Μα . . . στον λαουτζίκο! Στον κακομοίρη, ο οποίος σχεδόν γουστάρει  - άφατος μαζοχιστής – την  Υ π η ρ ε σ ί α, το βύσμα, τη λαμογιά, το γλύψιμο, το θάμας του αναρριχηθέντος, την ενδόμυχη ελπίδα ότι  - μια μέρα – ο ντουνιάς ο σκάρτος κι ο παράλογος θα του φερθεί εντάξει και  . . . θα σκοτώσει και θα μείνει κι εκείνος ατιμώρητος, θα κλέψει και θα του τη χαρίσουν, θα βγάλει τα φράγκα που του πρέπουν, για να πάει στα μπουζούκια και να χτυπήσει την πιο καυτή γκόμενα του λεκανοπεδίου, κι ας πάει να κουρευτεί η πλέμπα.
Και αυτός ο λαουτζίκος αναζητά να χωθεί στο  Δ η μ ό σ ι ο, στη θεσάρα, όπου κάαααθεσαι και δε χρειάζεται να είσαι ευγενής, δε χρειάζεται να παράγεις, δε χρειάζεται να υπηρετείς τον (συμ)πολίτη σου, γιατί ΕΙΣΑΙ ΒΥΣΜΑ του βο(υ)λευτή!!!

Άρα, για να τα λέμε σωστά, δεν υπάρχει περίπτωση να υπάρξει Κράτος Δικαίου εντός του νεοφιλελεύθερου προτύπου, αφού   α υ τ ό  είναι που χρειάζεται ανεγκέφαλα μαντρόσκυλα, γνώστες μόνον της αγνοίας τους. Αυτοί είναι που ξέρουν ότι, χωρίς ένα αφεντικό να τους προστατεύσει, όσο του κάνουν τα θελήματα, οι υπόλοιποι και θα τους καταλάβουν και θα τους . . . στείλουν για δουλειά! «Απαράδεκτο, αγαπητέ μου, το απεύχομαι, ούτω θα καταστραφώμεν ως Έθνος», θα πει ο γερομαλάκας που παίρνει τρεις συντάξεις, μία ως εκ των υπηρεσιών του προς το Έθνος – ταγματασφαλίτης -, μία ως εκ του υπαλληλικού του δεσμού – προϊστάμενος στο Τμήμα Έρευνας και προώθησης στην αγορά του Καλαβρέζικου Όρχι στο Τατζικιστάν (είναι πολύ σημαντικό το έργο του εν λόγω νπδδ, μην το περιγελάτε, βρε άσχετοι!!) και μία . . . από την Εθνική Αντίσταση (υπήρχε, μας τη δώσανε, την πήραμε, τι θέτε τώρα!)

Άκρη δε βγάζω, βρε παιδί μου…. Τι απόφαση να πάρω;
Πώς να σώσω τη Χώρα;

Ες αύριον τα σπουδαία (μάλλον).

Τέλος βου μέρους
(βλέπω να ‘χει και γου)


New Year’s Resolutions Reloaded
(pt.III – Praeterea censeo Carthago delenda est.)

Κάπως έτσι φτάσαμε και στο ζουμί: Καλή και η Ιστορία, αλλά τι να την κάνεις, άμα δεν έχεις να φας; Primum vivere, deinde philosophare, πρώτα να ζεις, έπειτα να φιλοσοφείς,  σωστά;
            Για να ξαναπάρουμε τα δεδομένα:
Α) Αυτό που ζούμε,  δ ε ν  είναι καπιταλισμός.

Βου) Αυτό που ζούμε  δ ε ν πρόκειται να τελειώσει από μόνο του.

Γου και φαρμακερό)  Δ ε ν υπάρχουν τα όπλα, να τα πάρουμε και να βγούμε στο καραούλι, δ ε ν  ζει ανάμεσά μας ο Ηρακλής να ξεβρωμίσει του Αυγεία το μαγαζί,  δ ε ν  βλέπω να αποφασίζει ο σωτήρας να το πάρει πάνω του.

Άντε, να τα πάρουμε.

Επί του α.
Κι αν δεν είναι καπιταλισμός, τι είναι;
 Λοιπόν, λέγεται υβρίδιο. Συμπεριλαμβάνει τα κακά χαρακτηριστικά του γερολαδά εμπόρου (αγοράζω φτηνά, πάμφθηνα - πουλάω με κέρδος 2000% και γκρινιάζω κιόλας), του σταλινικοφασίστα γερμανοκομμουνιστή (εγώ θα πω τι θα γίνει – κι άμα κουνηθείς στην άναψα – βλέπε Δένδιας) και του σοσιαλιστή (θα σου λέω «θα» κι εσύ θα ελπίζεις ΦωτοΜπένυ, όπως φωτοφίνις).

Επί του βου.
Όσο υπάρχει ελπίδα (το «θα» του σοσιαλιστή), την έχουμε βαμμένη – κανονικά. Ο φασίστας θα εξαϋλωθεί, δώδεκα δευτερόλεπτα, αφ’ ότου η Χώρα ανακάμψει. Οι άνθρωποι έχουν ταλέντο και εμπειρία στο να αλλάζουν κάδρα από τον τοίχο της σαλοτραπεζαρίας – Κοκός, Κωνσταντίνος, Γεώργιος, Στυλιανός, Δημήτρης, και μετά Αντρέας, Κωνσταντίνος, Κωστάκης, Ελιάς, γκαπ, Αντωνάκης και ούτω καθ’ εξής. Στο τέλος και Αλέκα θα έβαζε.

Κάθε μέρα που περνάει όμως, ο ήλιος έρχεται όλο και πιο κάθετα προς την επιφάνεια της Πατρίδος. Και όλοι λέμε, «πέρασε ο ρημάδης ο χειμώνας», και ξεχνάμε ότι οι πόλεμοι γίνονται καλοκαίρι – το ‘λεγε και ο έρμος ο Θουκυδίδης. 
Η ελπίδα είναι αυτή που κάνει τη ζημιά. Σου λέει ο άλλος: «άστο, λίγο ακόμη, πού θα πάει, θα περάσει, καλοκαίρι έρχεται, κάτι θα γίνει». 
Είναι όμως αλήθεια έτσι; Είναι δυνατόν να πει ο πλούσιος  - από μόνος του – «ας δώσω κάτι και στα φτωχά, τα ορφανά και τις χήρες; Δύσκολο δεν είναι; Κι άντε και το είπε. Τι θα συμβεί που το είπες Θα το κάνει κιόλας; Θα μοιραστεί τους χιτώνες; Αν είναι έτσι, γιατί δε συνέβη ως τώρα;

Επί του γου.
(Άσχετο: Πώς ζούσαμε έως και την gap-οφράδα του Καστελλόριζου;
Τι θα συνέβαινε, αν είχε πέσει από το ποδήλατο ο μοντέρνος Πηλιογούσης, μία ώρα πριν βγει στα κανάλια, να μας ανακοινώσει το μέλλον που σήμερα ζούμε;
Τι θα συνέβαινε αν είχε φάει μια σφαίρα στο Δόξα Πατρί ο Πηλιογούσης, μία ώρα πριν δείξει το μονοπάτι στους Τουρκαλβανούς;
Θα ‘βγαινε ο Μπένυ να το πει;
Γιατί, θα ‘βγαζε κι άλλο Πηλιογούση το Σούλι;
Κι άντε κι έβγαινε κι άλλος Πηλιογούσης.
Θα είχε την ίδια ευκαιρία, αν απάνω στο πτώμα είχαν βρεθεί χαρτιά που να αποδείκνυαν ότι πήγαινε να προδώσει;
Θα είχε την ίδια ευκαιρία ο  - όποιος – αντικαταστάστης του "έπεσε-από-το-ποδήλατο-και-ψόφησε" γκαπ, αν στο λαπτόπ δίπλα στο πτώμα βρίσκονταν .pdf και e-mails μεταξύ του πτώματος, της ασπρομάλλας και της Οστρογότθας;
Θα το έπαιζε κι άλλος τεθλιμμένη χήρα και σωτήρας του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Χώρας;
Κι αν έτρωγε σφαίρα κι ο άλλος Πηλιογούσης;
Κι αν έπεφτε από το δεκατάχυτο κι ο νέος σωτήρας – αντικαταστάτης του πρώτου σωτήρα;
Ο  τ ρ ί τ ο ς  σωτήρας τι θα έκανε;
Θα έβγαινε κι άλλος Πηλιογούσης;
Θα έβγαινε και τρίτος σωτήρας – φαν της αναρρίχησης;
Τα ύψη ζαλίζουν.
Μηνά σκεφτόταν κι ο τρίτος ότι μπορεί να πέσει από το γκρεμό;

Τέλος πάντων, αυτά τα ατυχήματα έχω ακούσει ότι τα κάνουν κάτι κολλημένες με την εθνικοφροσύνη μυστικές υπηρεσίες – και δεν έχω δει καμιά μυστική υπηρεσία στην Ελλάδα να δρα με γνώμονα το εθνικό συμφέρον (από τον καιρό της Ιλιάδας κι εντεύθεν δηλαδή, όχι από παλιότερα).
Επανέρχομαι, συγγνώμη, μιλούσα μόνος μου.

Θέλουμε γου. Ναι. Θέλουμε, όχι απαξίωση των τεκταινομένων, αλλά σαφή προσανατολισμό προς τα μπροστά.
Θέλουμε ιδιωτική παραγωγή.

Ό χ ι  ιδιωτική επιχειρηματική πρωτοβουλία, ιδιωτική παραγωγή.

Και θέλουμε να ξεκινήσουμε από κάπου.
Το «κάπου» δεν είναι αόριστος έννοια, κύριοι.
Το «κάπου» είναι το σπίτι μας.
Έχουμε φίλους σε ζόρια, σοβαρά ζόρια. Πρέπει να το δούμε αυτό.
Είμαστε ακόμη βολεμένοι εμείς; Οι διπλανοί πάλι, όχι.
Πρέπει να κοιτάξουμε τους διπλανούς μας, για να δούμε υπό ορθή γωνία το μέλλον.

Ο Ρωμαίος ρήτορας και πολιτικός, ο Μάρκος Τύλλιος Κικέρωνας, την περίφημη ρήση του οποίου δανείστηκα για τις ανάγκες του παρόντος, δεν ήταν η καλύτερη – αλλά ούτε και η χειρότερη  - μορφή της τότε Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Σαν Αυτοκρατορία, αντιλαμβάνεστε, υπήρχε πολύ σκουπίδι, ίσως ανάλογο και αντίστοιχο της δόξας της Ρώμης. Κάτι σαν Ελλάδα του 2013 – χωρίς τη δόξα.
Εχθρός της Ρώμης η Καρχηδόνα, επίσης μεγάλη δύναμη της εποχής.
«Πριν από ο,τιδήποτε άλλο, ζητώ (από τη Σύγκλητο) να εγκρίνει την κήρυξη πολέμου, ώστε να καταστραφεί η Καρχηδόνα», έλεγε σε ελεύθερη μετάφραση σε κάθε λόγο που απηύθηνε στο Σώμα των Συγκλητικών ο Κικέρωνας. Έβλεπε ότι, με την Καρχηδόνα απέναντι, περισσότερη δόξα για τη Ρώμη δεν ήταν δυνατόν να επιτευχθεί.
Σήμερα, η δόξα έχει πάει στράφι. Μένει η ανάκαμψη. Δεν είναι δόξα αυτή;
Θέλουμε – χρειάζεται – να γυρίσουμε τα ρολόγια πέντε χρόνια πίσω.
Πρέπει να το θέλουμε.
Και θα γίνει. Αλλά θέλει δουλειά. Και τη θέλει τώρα. Από όλους.

Θέλουμε μέλλον; Πρέπει να φτιάξουμε το μέλλον.
Υπάρχει άλλο μέλλον από το 2008;
Πίσω στο μέλλον – γίνεται;
Για θυμηθείτε πώς ήταν, για να δείτε αν γίνεται.
Για να δείτε, αν αξίζει να προσπαθήσετε.
Για να το δούμε μαζί.


Κι ας προσπαθήσουμε.

του Θάνου Αθανασιάδη
Διαβάστε Περισσότερα »

Αρχειοθήκη ιστολογίου