Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012


New Year’s Resolutions Reloaded (pt.II)

Πού είχαμε μείνει; Α!, ναι, στο ότι αυτός ο τόπος δε σώζεται με τίποτε. Ωραία ιδέα και άποψη, αισιόδοξη, εύχαρις και με προοπτικές, ένα πράμα. Το μόνο της μειονέκτημα ήταν – και παραμένει – το άτοπό της: Δεν ωφελεί να ισχυρίζεται κάποιος ότι τίποτε δε διορθώνεται και ταυτόχρονα να προσπαθεί μέσα από την άρθρωση νέου πολιτικού λόγου να διορθώσει τα κακώς κείμενα: καταντάει σχιζοφρένεια!
Στα πηγαδάκια των θαμώνων της Ομόνοιας της δεκαετίας του ’60 (το συλλογικό ασυνείδητο λέει ότι) ανδρώθηκαν οι σπουδαιότεροι Έλληνες πολιτικοί, ότι εκεί γεννήθηκαν ιδέες επιχειρηματικού δαιμονίου και ότι, αν ήθελες να μάθεις κάτι ουσιαστικό και ωφέλιμο ατομικά, όφειλες στον εαυτό σου να αποκρυπτογραφήσεις τους κώδικες των συναθροιζομένων, να τους εκμαιεύσεις τα μυστικά και να γίνεις σπουδαίος – αυτό αρκούσε.
Κανείς δε μπήκε προφανώς στον κόπο να αναρωτηθεί για ποιον, τέλος πάντων, λόγο όλοι εκείνοι οι σπουδαίοι θεωρητικοί και συναγελαζόμενοι αλλήλοις δεν έγιναν οι ίδιοι σπουδαίοι και μεγάλοι και τρανοί.
Ήταν μάλλον απλή η απάντηση: ήταν ευκολότερο να μιλάς, παρά να πράττεις. Αργόσχολοι, ξεπερασμένοι, ωχαδερφιστές, ταλαίπωροι γραφικοί: αυτοί συναγελάζονταν στην Ομόνοια του ’60 και του ’70. Οι σημερινοί γεροξεκούτηδες που περιμένουν τη σύνταξη μειωμένη κατά 50 με 60% και είναι πολύ ευχαριστημένοι που το αστέρι της Ευρωπαϊκής πολιτικής τους άφησε και 200 ευρώπουλα να ζήσουν, είναι εφάμιλλοι των τότε ομονοιάκηδων. (Πολύ άνετος είμαι με τους γέρους, ε; Ναι, ο μάγκας! Βλέπετε, ο πατέρας μου χάθηκε στα 55 του, δε χρειάζεται να τιμώ τα γηρατειά, δεν έχω τις αυταπάτες ότι ο νέος μαλάκας, όταν γεράσει, γίνεται σοφός. Γερομαλάκας γίνεται).
Τέλεια, η απάντηση βρέθηκε! Θα σκοτώσουμε όλους τους γέρους, θα μείνουμε κανά δυο εκατομμύρια (άλλοι νέοι δεν υπάρχουν στην Ελλάδα της υπογεννητικότητας και της σήψης του ’12), θα κάνουμε επανάσταση μόνοι μας, ας βγούμε και δεύτεροι, πάλι νικητές θα είμαστε και μετά θα … καθόοομαστε!!
Μπα, ούτε κι αυτό πρέπει να είναι η λύση… Ας την κρατήσουμε στην καβάτζα όμως, πού ξέρεις; Μπορεί να χρειαστεί, αν δε βρεθεί κάτι άλλο.
Θα ζητήσουμε και από το Βαγγέλη μια συνταγματική τοποθέτηση και εφαρμογή μιας διάταξης (καθόλου φωτογραφικής, στηλιτεύω τέτοιες ποταπές μεθόδους!!), του στυλ « στο άρθρο 300 του Ποινικού Κώδικα προστίθεται δεύτερη παράγραφος: Εάν το θύμα της ανθρωποκτονίας συναίνεσε με την ψήφο του στην άνοδο στην εξουσία του πολιτικού ανδρός, ο οποίος και φόνευσε το θύμα, αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης και αποδίδεται το Μετάλλιον της Λεγεώνος του Ελντοράντο στον ως άνω πολιτικόν». Νομίζω ότι η παρούσα Βουλή των Ελλήνων δε θα έμενε αδιάφορη σε μια τέτοια πρόταση. Τέλος πάντων, ίδωμεν.

Αλλά ας μιλήσουμε σοβαρά. Ας δούμε τις διεξόδους μας. Αν στρεφόμαστε στον ορθό δρόμο του νεοφιλελευθερισμού; Όχι και πολύ άσχημη ιδέα! Στην τελική, γιατί να πληρώνω εγώ το Κράτος και τους δημοσίους υπαλλήλους;   Ε;  Εγώ επέλεξα να ασκήσω ελεύθερο επάγγελμα, όχι να με ταΐζει ο άλλος. Επέλεξα να μη γλύψω, να μην παρακαλέσω για μια θεσούλα, να είμαι αυτόνομος! Και μέσα από την ορθή δεξιά πρακτική να γίνω εγώ ο πιο σπουδαίος, ο πιο πλούσιος, ο πιο μάγκας!!!
Μμμμμμ, δεν ξέρω… νομίζω ότι λίγο δύσκολα θα ζήσουν τα παιδιά μου ανάμεσα σε φτωχούς κουρελήδες με μίσος στα μάτια. Νομίζω ότι δεν έγλυψαν όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι, μόνο οι άχρηστοι και οι υπάνθρωποι, αλλά…. τέτοιοι υπάρχουν παντού. Νομίζω ότι στο νεοφιλελευθερισμό η εμπειρία έχει δείξει ότι δεν είναι οι καλύτεροι αυτοί που αναρριχώνται, αλλά τα πλέον κτήνη. Ότι αυτό είναι το πολιτικό σύστημα με τις περισσότερες ομοιότητες προς τη φρίκη της ωμής δύναμης, της χωσίας, της σκληρότητας επιπέδου ζωικού βασιλείου. «Φάε, για να μη σε φάνε, σκότωσε, πάτα επί πτωμάτων, ανέβα και λιώσε τα κεφάλια που σηκώνονται να δουν ήλιο», τέτοια.
Νομίζω επίσης ότι ο νεοφιλελευθερισμός έχει υιοθετήσει μια φοβερή πατέντα, ώστε να βρίσκεται πάντοτε στην από πάνω: Ισχυρίζεται ότι επιθυμεί την κατά το δυνατόν ελάχιστη συμμετοχή του Κράτους στην ατομική και εν συνόλω κοινωνική οικονομική δραστηριότητα, πλην όμως . . . το πανίσχυρο Κράτος του νεοφιλελευθερισμού υιοθετεί τις μυστικές υπηρεσίες, τις μονάδες κρατικής καταστολής, τα πιστοποιητικά νομιμοφροσύνης, την παρακολούθηση, το espionage, τον agent provocateur, το στρατό, τα δημόσια αγαθά, τα πάντα όλα, χάριν της ατομικής ευμάρειας. Σαν όλη η ζωή να είναι ένας αγώνας ποιος θα είναι ο πιο αλώβητος,  ό,τι κι αν πράξει, υπεράνω όλων των άχρηστων κουρελήδων, οι οποίοι εργάζονται για αυτόν, παράγουν για αυτόν, υποτάσσονται σε αυτόν. Στην άγρια φύση που σκεφτόμουν πριν ως αναλογικό παράδειγμα, αυτό – νομίζω – δε συμβαίνει. Στην αγέλη των λεόντων, όλα τα λιοντάρια είναι καλοταϊσμένα. Μπορεί το μπον φιλέ της ζέβρας να χλαπακιάζεται αυθωρεί και παραχρήμα από το μεγάλο αρσενικό, αλλά δεν υπάρχει ένα ζωντανό, το οποίο να μη φάει τίποτε.
Πού ποντάρει λοιπόν το υπαρκτό – ανύπαρκτο Κράτος της Δεξιάς, ώστε να διατηρείται τόσο καλά στη φθορά του Πανδαμάτορος, σχεδόν τόσο, όσο κι η κυρία Μαριάννα;;;
Μα . . . στον λαουτζίκο! Στον κακομοίρη, ο οποίος σχεδόν γουστάρει  - άφατος μαζοχιστής – την  Υ π η ρ ε σ ί α, το βύσμα, τη λαμογιά, το γλύψιμο, το θάμας του αναρριχηθέντος, την ενδόμυχη ελπίδα ότι  - μια μέρα – ο ντουνιάς ο σκάρτος κι ο παράλογος θα του φερθεί εντάξει και  . . . θα σκοτώσει και θα μείνει κι εκείνος ατιμώρητος, θα κλέψει και θα του τη χαρίσουν, θα βγάλει τα φράγκα που του πρέπουν, για να πάει στα μπουζούκια και να χτυπήσει την πιο καυτή γκόμενα του λεκανοπεδίου, κι ας πάει να κουρευτεί η πλέμπα.
Και αυτός ο λαουτζίκος αναζητά να χωθεί στο  Δ η μ ό σ ι ο, στη θεσάρα, όπου κάαααθεσαι και δε χρειάζεται να είσαι ευγενής, δε χρειάζεται να παράγεις, δε χρειάζεται να υπηρετείς τον (συμ)πολίτη σου, γιατί ΕΙΣΑΙ ΒΥΣΜΑ του βο(υ)λευτή!!!
Άρα, για να τα λέμε σωστά, δεν υπάρχει περίπτωση να υπάρξει Κράτος Δικαίου εντός του νεοφιλελεύθερου προτύπου, αφού   α υ τ ό  είναι που χρειάζεται ανεγκέφαλα μαντρόσκυλα, γνώστες μόνον της αγνοίας τους. Αυτοί είναι που ξέρουν ότι, χωρίς ένα αφεντικό να τους προστατεύσει, όσο του κάνουν τα θελήματα, οι υπόλοιποι και θα τους καταλάβουν και θα τους . . . στείλουν για δουλειά! «Απαράδεκτο, αγαπητέ μου, το απεύχομαι, ούτω θα καταστραφώμεν ως Έθνος», θα πει ο γερομαλάκας που παίρνει τρεις συντάξεις, μία ως εκ των υπηρεσιών του προς το Έθνος – ταγματασφαλίτης -, μία ως εκ του υπαλληλικού του δεσμού – προϊστάμενος στο Τμήμα Έρευνας και προώθησης στην αγορά του Καλαβρέζικου Όρχι στο Τατζικιστάν (είναι πολύ σημαντικό το έργο του εν λόγω νπδδ, μην το περιγελάτε, βρε άσχετοι!!) και μία . . . από την Εθνική Αντίσταση (υπήρχε, μας τη δώσανε, την πήραμε, τι θέτε τώρα!)
Άκρη δε βγάζω, βρε παιδί μου…. Τι απόφαση να πάρω;
Πώς να σώσω τη Χώρα;
Ες αύριον τα σπουδαία (μάλλον).
Τέλος βου μέρους
(βλέπω να ‘χει και γου)
Διαβάστε Περισσότερα »

New Year’s Resolutions Reloaded.
            Πάει κοντά έτος, από τη στιγμή που αποφάσισα δημοκρατικά (με ψήφους δυο έναντι καμιάς στην κόντρα με τον εαυτό μου περί τη χάραξη νέας ατομικής πορείας) να ασχοληθώ ενεργά με τα πολιτικά πράγματα σε επίπεδο κεντρικής πολιτικής σκηνής.
Όχι, δε μου έλειπε η άποψη, ούτε οι θεόσταλτες ιδέες σχετικά με το τι ή ποιος μπορεί να σώσει αυτόν τον τόπο. Για την ακρίβεια είχα ήδη προαποφασίσει ότι ο τόπος αυτός δε σώζεται με καμία δύναμη. Δεν ήταν και καμία σοφία αυτό: Ήδη από εικοσαετίας είχε καταρρεύσει το αντίπαλον δέος της κόκκινης αρκούδας. Ήταν νομοτελειακό να καταρρεύσει και ο άκρατος νεοφιλελευθερισμός, έλεγα. Φαίνονταν μάλιστα να συμφωνούν μαζί μου πολλοί, τουλάχιστον αυτό έδειχναν τα σημάδια των τότε καιρών: Βασικά, όντως δεν υπήρχε αντίπαλος: Οι δήθεν αριστεροί της πλάκας (νυν ώριμη ΔΗ.Μ.ΑΡ.), με τις βολεψιάρικες «περί ήπιας αντίδρασης» απόψεις τους, οι οποίες σήμερα τους έχουν καταστήσει το μεγάλο πρόβλημα, ωσεί γενίτσαρους των δεξιών. Η εξαφανισμένη ακροδεξιά του Καρατζα-φέρτα-όλα-να-λιγδώσει-το-εντεράκι, η οποία παρέπαιε στο άτοπο της βασιλο-χουντικής συνύπαρξης (και βασιλιά και στρατά με τάνκς και εθνικοφροσύνες και κόκκινη μηλιά και εθνική παλιγγενεσία και τα πάντα όλα – μόνο που το βασιλιά τον είχε διώξει η χούντα και Κύπρος δεν είχε μείνει, παρά ένα κομματάκι). Το Κ.Κ.Ε. της Αλτσχάιμερ, το οποίο δεν είχε παρευρεθεί στην πτώση του Τείχους, «οπότε δεν είχε συμβεί τέτοιο πράγμα». Ο Συνασπισμός της θεωρίας και της διανόησης, «κουβέντα να γίνεται», «να το συζητήσουμε» «να διασκεφθώ μονάχος, να βγουν δυο απόψεις, να το πω και του ίσκιου μου, να δω τι λέει κι εκείνος», το κουλέρ λοκάλ ανέκδοτο, τέλος πάντων.
Και υπήρχε και η Εξουσία: εναλλασσόμενη, πάντοτε ίδια, ΠΑ.ΣΟ.Κ., Νέα Δημοκρατία, η Εξουσία. «Μη μιλάς κατά του ΠΑ.ΣΟ.Κ., είσαι οπισθοδρομικός!!!» Μην καταφέρεσαι κατά της Νέας Δημοκρατίας, θα βρεις δουλειά του Αγίου (αυτουνού, του τέτοιου μωρέ, έλα, τέλος πάντων).
Αυτή η Εξουσία είχε όλα τα χαρακτηριστικά που την καθιστούν τέτοια: είχε ΜΑΤ και ΜΕΑ (για μια Ελλάδα νέα), είχε προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είχε τους Τούρκους στο πλευρό μας, με νέα και μεγαλεπήβολα εξοπλιστικά προγράμματα σε επίπεδο καραβάνας και κατεψυγμένου Αργεντινής, όποτε είπε να κουνηθεί κανείς, είχε το χρυσό όνειρο της Γιάννας Αγγελοπούλου, του Μπάμπη του Βωβού, του Πέτρου του Κωστόπουλου, του Κόκκαλη, του Βαρδινογιάννη, της Πανάθας και του Γαύρου, είχε Μερσεντέ και Ζήμενς, είχε Οζάλ, Οτσαλάν, Κλίντον, 17 Νοέμβρη, είχε γκόμενες στο πιάτο, είχε κλάμπινγκ, μεγάλες πίστες, είχε καφρίλα στην παραλιακή, κάγκουρες, πλατινέ ξανθιές κότες, Ars Gratia Artis, τα είχε όλα. Κι αυτά, και όσα ξεχνάω, σχωρνάτε με.
Και κανείς δεν έλεγε τίποτε. Και κανείς δε μιλούσε, επειδή δεν υπήρχε ένας που να μη γούσταρε. Ανεξάρτητα από ιδεολογίες, όλοι γούσταραν την ευζωία, την άνεση, τη μέρα με αύριο και μεθαύριο και παραμεθαύριο, χωρίς ζόρια, χωρίς πολλά πολλά.
Και μετά μάθαμε έτσι. Έτσι δεν είναι;

Ναι, αλλά ο νεοφιλελευθερισμός δεν έπεφτε. Ανδρωνόταν. Αναπτύσσετο, εξελισσόταν.
Εμένα (και του ίσκιου μου) καθόλου δε μας άρεσε αυτό. Βλέπετε, ουδέποτε υπήρξα υπέρ της εξουσίας αυτού του τύπου. Της εξουσίας, η οποία βολεύει τους γκρινιάρηδες και τους κάνει γενίτσαρους.
Αρκούσε, να το πούμε έτσι, η εξής πατέντα: Γκρίνιαζες στον ΠΑΣΟΚο, έγλυφες το ΝεοΔημοκράτη, ή vice versa. Το αποτέλεσμα πανομοιότυπο: θεσούλα στο Δημόσιο. Αν δεν έπιανε κι αυτό, γινόσουν κομμουνιστής και συνδικαλιστής και αγωνιστής, για τα δίκαια του Λαού. Κάτι έξτρα στα οδοιπορικά, κάτι τζάμπα τσιμπούσια, κάτι υπερωρίες, κάτι κανά μπαξίσι, «να ηρεμήσει ο όχλος», και  - να σου πω κάτι; - πιο μάγκας ήσουν – και επανάσταση, να ‘ουμ’.
Τέλεια όλα αυτά. Γιατί δεν έπεφτε ο νεοφιλελευθερισμός; Δεν καταλάβαινε κανείς τι συνέβαινε και έσκαγαν τα περιστασιακά κανόνια στην αγορά; Δεν προβληματιζόταν κανείς, όταν η Διαμαντοπούλου – μέλος ισχυρό της πανίσχυρης Λέσχης, έμπαινε στα μέσα και στα έξω της παιδείας και εξανδραπόδιζε το σύνολο των δομών; Δεν κόλλαγε κανείς τρυφηλός να πει «ως εδώ», όταν έσκαγαν το ένα μετά τ’ άλλο τα φουρνέλα της Στάζι, της Ζήμενς, του Ο.Τ.Ε., της Δ.Ε.Η.; Μπαμ ο καθένας;; Τσουκάτος, Πάγκαλος, Άκης, Χριστοφοράκος, Λοβέρδος, Βενιζέλος, Παπακωνσταντίνου; Δεν προβληματίστηκε κανείς πού θα πάει το πράμα, όταν όλοι αυτοί είχαν σταματήσει εμφανώς να κρύβονται και είχαν πια αρχίσει να λένε ξεδιάντροπα ότι είναι νεοφιλελεύθεροι; Τόσο τυφλοί κατέστησαν όλοι, που άφηναν τους αρχιμπάτσους να αλωνίζουν με λίστες του Βουλγαράκη ... προς όφελος ΠΑ.ΣΟ.Κ.ων; Έγιναν καλές οι λίστες των διπλοεγγεγραμμένων ψηφοφόρων, επειδή . . . τις έσιαξε ο . . . Παυλόπουλος ; ; ;
Πού πήγαινε όλο αυτό; Και δηλαδή πού να πήγαινε; Υπήρξε, λέτε, ένα λαμόγιο από αυτά που μας/σας/τους κυβερνούν σήμερα  - τώρα που συσπειρώθηκαν, σαν τις ύαινες – που να μην ήξερε;;;
Αλήθεια τώρα, μεταξύ μας…. Λέτε να υπήρξε έστω κι ένας;
Ποιον, λοιπόν, να δικαιολογήσουμε; Κάποιον, έναν. Να βγει κάποιος πολίτης και να μου φτύσει το όνομα στα μούτρα: να μου πει «ξέρεις, κάτι, ρε φίλε; ο τάδε ΔΕΝ ήξερε, τέλος».
Αμφισβητώ ειλικρινά τη δυνατότητα οποιουδήποτε να ξεστομίσει τέτοια κουβέντα, χωρίς να είναι διανοητικά ελλειποβαρής ή λαμόγιο.
To be continued (κάτι μέρες μείνανε)



Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

Εντάξει, λοιπόν, με παραμύθι *


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας φούρναρης που το ψωμί το άφηνε άψητο, για να είναι πιο βαρύ, γλύτωνε και τα κάρβουνα για το ψήσιμο. 
Δεν άφηνε όλη την παραγωγή άψητη, ούτε ήταν άσχετος περί την τέχνη της αρτοποιίας. Ήταν όμως πονηρός, είχε σκοπό. Κανείς δεν ήξερε ότι έφτιαχνε και καλό ψωμί, εκτός από πολύ λίγους, δικούς του. 

Το καλό το ψωμί ο φούρναρης το έδινε στην οικογένειά του, στους αφέντες του και στους φίλους του. Αυτοί δεν πλήρωναν δεκάρα για το ψωμί. 

Για να βγάλει το κόστος της παραγωγής του καλού ψωμιού, ο φούρναρης πουλούσε το άψητο ψωμί πιο ακριβά. Αν κανείς γκρίνιαζε για την τιμή, ο φούρναρης φώναζε τους φίλους του, τους αφέντες. 

Εκείνοι, αφού έτρωγαν τζάμπα καλό ψωμί, φύλαγαν τον αφέντη και φοβέριζαν τους δυσαρεστημένους πελάτες. 

Μάλιστα, οι αφέντες, επειδή ήσαν κι εκεινοι πονηροί, έκαναν ότι οι μισοί ήταν τσακωμένοι με τους άλλους μισούς. 

Για να ξεχωρίζουν, φορούσαν φορεσιές ίδιου χρώματος, οι μισοί μπλε, οι άλλοι μισοί πράσινο, ο ουρανός και η γη. Όμορφα χρώματα, ο κόσμος τα αγαπούσε, επειδή του θύμιζαν τη μέρα και το γόνιμο χωράφι. 

Δύσκολα μιλούσε κανείς άσχημα μπροστά στους αφέντες. Φαινόταν ντροπή, οι κουρελήδες μπροστά στους καλοντυμένους.

Οι καιροί πέρασαν, ο φούρναρης βαρέθηκε, έδωσε τη δουλειά σε κάτι ξένους. Εκείνοι συνέχισαν το κόλπο, μάλιστα το έκαναν πιο επιστημονικό, πήραν και κάτι επιδοτήσεις, όλα καλά. Ο φούρναρης έκανε παρέα με τ´ αφεντικά, οι ξένοι τους πήραν σε κάτι σαλόνια φοβερά εκεί στα ξένα,γλυκάθηκε. Οι αφέντες που είχαν κάνει κάποια κονέ με τους αφέντες τους έξω, είδαν ότι έχει ψωμί η δουλειά, οπότε όλα τα φουρνάρικα στον κόσμο τα ένωσαν και τα είπαν “παγκοσμιοποίηση”. 

Κάποιοι τύποι που τάιζαν τους έξω αφέντες (εκείνοι είχαν πρωτομιλήσει για αυτην την παγκοσμιοποίηση), είπαν να δοκιμάσουν το κόλπο γκρόσσο: Να εκβιάσουν τους έξω και τους μέσα αφέντες ταυτόχρονα, να τα κάνουν όλα γης μαδιάμ.

Κανείς δεν ξέρει (κανείς δε μπορεί να καταλαβει επίσης) γιατί έγινε αυτό, το πότε άρχισε όλοι το ξέρουν, αλλά δεν το θυμούνται, κι αυτό είναι άλλο παραμύθι. 

Βλέπεις, φίλε παραμυθιασμένε αναγνώστη, σε όλο το παραμύθι υπάρχει ένα πρόβλημα: οι αφέντες. Λες εσύ ότι αφέντες στο παραμύθι είναι αυτοί που έτρωγαν το καλό ψωμί τζάμπα, αλλά στην πραγματικότητα αφέντες είναι εκείνοι οι τύποι που εξαρχής τάιζαν τους αφέντες (τους έξω) των αφεντών (των μέσα).

Ούτε κι ο πονηρός φούρναρης το ήξερε αυτό, ούτε και το κατάλαβε αμέσως. Όταν όμως το συνειδητοποίησε ήταν αργά: είχε γεράσει, είχε δώσει και το φούρνο. Τώρα κι εκείνος δε μπορούσε να γυρίσει κοντά στους κουρελήδες που έκλεβε στα νιάτα του, φοβόταν την οργή τους, όταν μάθαιναν ότι όλη τους τη ζωή την είχαν περάσει τρώγοντας άψητο ακριβό ψωμί, ότι όλο εκείνο το σκηνικό με τις πράσινες και τις γαλάζιες όμορφες φορεσιές που ξεχώριζαν τους αφέντες, ότι όλοι εκείνοι οι καυγάδες πίστης και υποταγής στο ένα χρώμα τη μια φορά και στο άλλο την άλλη πήγαν στράφι, αφού και οι αφέντες τους κουρελήδες ήσαν μπροστά στους έξω αφέντες. 

Και πάνω απ´ όλα εκείνοι οι τύποι. Οι άγνωστοι σε όλους, που κανένας δεν έλεγε το όνομα τους με τ´ όνομά του (κι όλοι τους ονόμαζαν “αγορές”), εκείνοι διαφέντευαν τους έξω και τους μέσα αφέντες, ακριβώς επειδή οι τύποι αυτοί ήξεραν εξαρχής το τάχατες πονηρό κόλπο του φούρναρη, την απατεωνιά των αφεντάδων, τις ατιμίες των έξω αφεντάδων, και απλώς περίμεναν την ευκαιρία τους.

Κι από κάτω, βλοσυροί, έμαθαν την αλήθεια οι κουρελήδες.

Υστερόγραφο.
Εγώ παραμυθάς δεν είμαι και το τέλος αυτού του παραμυθιού ήθελα βοήθεια, για να το γράψω. Ο μεγάλος μου γιος, ο Γιώργος και ο μικρός, ο Παναγιώτης, 9 και 6 χρόνων άκουσαν το παραμύθι ως εδώ: ήθελα βοήθεια. 
“Πώς τελειώνει, λέτε, το παραμύθι;” Τους ρώτησα.
Πετάχτηκε ο μικρός: “Πόλεμος!!” μου είπε.
Απάντησε ο μεγάλος: “Ξέρω γιατί το έγραψες το παραμύθι αυτό, μπαμπά”, μου είπε. “Θέλεις να μιλήσεις για το Σαμαρά και τον Παπανδρέου και τον Σόιμπλε και τη Μέρκελ και τους διεθνείς τοκογλύφους!! Δίκιο έχει ο Παναγιώτης, Πόλεμος!!"

Όλα τα περιστατικά που περιγράφονται εδώ - όπως και σε κάθε παραμύθι - είναι αληθινά. Ο υπογράφων δεν είχε σκοπό να διεκδικήσει τη δόξα του Ομήρου ή του Αισώπου. 

Ένιωσε όμως την ανάγκη να θυμίσει κάτι: 
Το κόκκινο είναι το νέο χρώμα: Παλιό, όσο ο χρόνος, όσο η λάβα, όσο κι ο ήλιος.

Του αίματος, της ζωής και του πολέμου, είναι το χρώμα της οργής, της αντίθεσης, το χρώμα του τέλους και της αρχής, το χρώμα της Κόλασης. 

Δεν υπάρχει πια μπλε και πράσινη φορεσιά, υπάρχει Πόλεμος.
 * του Θάνου Αθανασιάδη
Διαβάστε Περισσότερα »