Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012


New Year’s Resolutions Reloaded (pt.II)

Πού είχαμε μείνει; Α!, ναι, στο ότι αυτός ο τόπος δε σώζεται με τίποτε. Ωραία ιδέα και άποψη, αισιόδοξη, εύχαρις και με προοπτικές, ένα πράμα. Το μόνο της μειονέκτημα ήταν – και παραμένει – το άτοπό της: Δεν ωφελεί να ισχυρίζεται κάποιος ότι τίποτε δε διορθώνεται και ταυτόχρονα να προσπαθεί μέσα από την άρθρωση νέου πολιτικού λόγου να διορθώσει τα κακώς κείμενα: καταντάει σχιζοφρένεια!
Στα πηγαδάκια των θαμώνων της Ομόνοιας της δεκαετίας του ’60 (το συλλογικό ασυνείδητο λέει ότι) ανδρώθηκαν οι σπουδαιότεροι Έλληνες πολιτικοί, ότι εκεί γεννήθηκαν ιδέες επιχειρηματικού δαιμονίου και ότι, αν ήθελες να μάθεις κάτι ουσιαστικό και ωφέλιμο ατομικά, όφειλες στον εαυτό σου να αποκρυπτογραφήσεις τους κώδικες των συναθροιζομένων, να τους εκμαιεύσεις τα μυστικά και να γίνεις σπουδαίος – αυτό αρκούσε.
Κανείς δε μπήκε προφανώς στον κόπο να αναρωτηθεί για ποιον, τέλος πάντων, λόγο όλοι εκείνοι οι σπουδαίοι θεωρητικοί και συναγελαζόμενοι αλλήλοις δεν έγιναν οι ίδιοι σπουδαίοι και μεγάλοι και τρανοί.
Ήταν μάλλον απλή η απάντηση: ήταν ευκολότερο να μιλάς, παρά να πράττεις. Αργόσχολοι, ξεπερασμένοι, ωχαδερφιστές, ταλαίπωροι γραφικοί: αυτοί συναγελάζονταν στην Ομόνοια του ’60 και του ’70. Οι σημερινοί γεροξεκούτηδες που περιμένουν τη σύνταξη μειωμένη κατά 50 με 60% και είναι πολύ ευχαριστημένοι που το αστέρι της Ευρωπαϊκής πολιτικής τους άφησε και 200 ευρώπουλα να ζήσουν, είναι εφάμιλλοι των τότε ομονοιάκηδων. (Πολύ άνετος είμαι με τους γέρους, ε; Ναι, ο μάγκας! Βλέπετε, ο πατέρας μου χάθηκε στα 55 του, δε χρειάζεται να τιμώ τα γηρατειά, δεν έχω τις αυταπάτες ότι ο νέος μαλάκας, όταν γεράσει, γίνεται σοφός. Γερομαλάκας γίνεται).
Τέλεια, η απάντηση βρέθηκε! Θα σκοτώσουμε όλους τους γέρους, θα μείνουμε κανά δυο εκατομμύρια (άλλοι νέοι δεν υπάρχουν στην Ελλάδα της υπογεννητικότητας και της σήψης του ’12), θα κάνουμε επανάσταση μόνοι μας, ας βγούμε και δεύτεροι, πάλι νικητές θα είμαστε και μετά θα … καθόοομαστε!!
Μπα, ούτε κι αυτό πρέπει να είναι η λύση… Ας την κρατήσουμε στην καβάτζα όμως, πού ξέρεις; Μπορεί να χρειαστεί, αν δε βρεθεί κάτι άλλο.
Θα ζητήσουμε και από το Βαγγέλη μια συνταγματική τοποθέτηση και εφαρμογή μιας διάταξης (καθόλου φωτογραφικής, στηλιτεύω τέτοιες ποταπές μεθόδους!!), του στυλ « στο άρθρο 300 του Ποινικού Κώδικα προστίθεται δεύτερη παράγραφος: Εάν το θύμα της ανθρωποκτονίας συναίνεσε με την ψήφο του στην άνοδο στην εξουσία του πολιτικού ανδρός, ο οποίος και φόνευσε το θύμα, αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης και αποδίδεται το Μετάλλιον της Λεγεώνος του Ελντοράντο στον ως άνω πολιτικόν». Νομίζω ότι η παρούσα Βουλή των Ελλήνων δε θα έμενε αδιάφορη σε μια τέτοια πρόταση. Τέλος πάντων, ίδωμεν.

Αλλά ας μιλήσουμε σοβαρά. Ας δούμε τις διεξόδους μας. Αν στρεφόμαστε στον ορθό δρόμο του νεοφιλελευθερισμού; Όχι και πολύ άσχημη ιδέα! Στην τελική, γιατί να πληρώνω εγώ το Κράτος και τους δημοσίους υπαλλήλους;   Ε;  Εγώ επέλεξα να ασκήσω ελεύθερο επάγγελμα, όχι να με ταΐζει ο άλλος. Επέλεξα να μη γλύψω, να μην παρακαλέσω για μια θεσούλα, να είμαι αυτόνομος! Και μέσα από την ορθή δεξιά πρακτική να γίνω εγώ ο πιο σπουδαίος, ο πιο πλούσιος, ο πιο μάγκας!!!
Μμμμμμ, δεν ξέρω… νομίζω ότι λίγο δύσκολα θα ζήσουν τα παιδιά μου ανάμεσα σε φτωχούς κουρελήδες με μίσος στα μάτια. Νομίζω ότι δεν έγλυψαν όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι, μόνο οι άχρηστοι και οι υπάνθρωποι, αλλά…. τέτοιοι υπάρχουν παντού. Νομίζω ότι στο νεοφιλελευθερισμό η εμπειρία έχει δείξει ότι δεν είναι οι καλύτεροι αυτοί που αναρριχώνται, αλλά τα πλέον κτήνη. Ότι αυτό είναι το πολιτικό σύστημα με τις περισσότερες ομοιότητες προς τη φρίκη της ωμής δύναμης, της χωσίας, της σκληρότητας επιπέδου ζωικού βασιλείου. «Φάε, για να μη σε φάνε, σκότωσε, πάτα επί πτωμάτων, ανέβα και λιώσε τα κεφάλια που σηκώνονται να δουν ήλιο», τέτοια.
Νομίζω επίσης ότι ο νεοφιλελευθερισμός έχει υιοθετήσει μια φοβερή πατέντα, ώστε να βρίσκεται πάντοτε στην από πάνω: Ισχυρίζεται ότι επιθυμεί την κατά το δυνατόν ελάχιστη συμμετοχή του Κράτους στην ατομική και εν συνόλω κοινωνική οικονομική δραστηριότητα, πλην όμως . . . το πανίσχυρο Κράτος του νεοφιλελευθερισμού υιοθετεί τις μυστικές υπηρεσίες, τις μονάδες κρατικής καταστολής, τα πιστοποιητικά νομιμοφροσύνης, την παρακολούθηση, το espionage, τον agent provocateur, το στρατό, τα δημόσια αγαθά, τα πάντα όλα, χάριν της ατομικής ευμάρειας. Σαν όλη η ζωή να είναι ένας αγώνας ποιος θα είναι ο πιο αλώβητος,  ό,τι κι αν πράξει, υπεράνω όλων των άχρηστων κουρελήδων, οι οποίοι εργάζονται για αυτόν, παράγουν για αυτόν, υποτάσσονται σε αυτόν. Στην άγρια φύση που σκεφτόμουν πριν ως αναλογικό παράδειγμα, αυτό – νομίζω – δε συμβαίνει. Στην αγέλη των λεόντων, όλα τα λιοντάρια είναι καλοταϊσμένα. Μπορεί το μπον φιλέ της ζέβρας να χλαπακιάζεται αυθωρεί και παραχρήμα από το μεγάλο αρσενικό, αλλά δεν υπάρχει ένα ζωντανό, το οποίο να μη φάει τίποτε.
Πού ποντάρει λοιπόν το υπαρκτό – ανύπαρκτο Κράτος της Δεξιάς, ώστε να διατηρείται τόσο καλά στη φθορά του Πανδαμάτορος, σχεδόν τόσο, όσο κι η κυρία Μαριάννα;;;
Μα . . . στον λαουτζίκο! Στον κακομοίρη, ο οποίος σχεδόν γουστάρει  - άφατος μαζοχιστής – την  Υ π η ρ ε σ ί α, το βύσμα, τη λαμογιά, το γλύψιμο, το θάμας του αναρριχηθέντος, την ενδόμυχη ελπίδα ότι  - μια μέρα – ο ντουνιάς ο σκάρτος κι ο παράλογος θα του φερθεί εντάξει και  . . . θα σκοτώσει και θα μείνει κι εκείνος ατιμώρητος, θα κλέψει και θα του τη χαρίσουν, θα βγάλει τα φράγκα που του πρέπουν, για να πάει στα μπουζούκια και να χτυπήσει την πιο καυτή γκόμενα του λεκανοπεδίου, κι ας πάει να κουρευτεί η πλέμπα.
Και αυτός ο λαουτζίκος αναζητά να χωθεί στο  Δ η μ ό σ ι ο, στη θεσάρα, όπου κάαααθεσαι και δε χρειάζεται να είσαι ευγενής, δε χρειάζεται να παράγεις, δε χρειάζεται να υπηρετείς τον (συμ)πολίτη σου, γιατί ΕΙΣΑΙ ΒΥΣΜΑ του βο(υ)λευτή!!!
Άρα, για να τα λέμε σωστά, δεν υπάρχει περίπτωση να υπάρξει Κράτος Δικαίου εντός του νεοφιλελεύθερου προτύπου, αφού   α υ τ ό  είναι που χρειάζεται ανεγκέφαλα μαντρόσκυλα, γνώστες μόνον της αγνοίας τους. Αυτοί είναι που ξέρουν ότι, χωρίς ένα αφεντικό να τους προστατεύσει, όσο του κάνουν τα θελήματα, οι υπόλοιποι και θα τους καταλάβουν και θα τους . . . στείλουν για δουλειά! «Απαράδεκτο, αγαπητέ μου, το απεύχομαι, ούτω θα καταστραφώμεν ως Έθνος», θα πει ο γερομαλάκας που παίρνει τρεις συντάξεις, μία ως εκ των υπηρεσιών του προς το Έθνος – ταγματασφαλίτης -, μία ως εκ του υπαλληλικού του δεσμού – προϊστάμενος στο Τμήμα Έρευνας και προώθησης στην αγορά του Καλαβρέζικου Όρχι στο Τατζικιστάν (είναι πολύ σημαντικό το έργο του εν λόγω νπδδ, μην το περιγελάτε, βρε άσχετοι!!) και μία . . . από την Εθνική Αντίσταση (υπήρχε, μας τη δώσανε, την πήραμε, τι θέτε τώρα!)
Άκρη δε βγάζω, βρε παιδί μου…. Τι απόφαση να πάρω;
Πώς να σώσω τη Χώρα;
Ες αύριον τα σπουδαία (μάλλον).
Τέλος βου μέρους
(βλέπω να ‘χει και γου)
Διαβάστε Περισσότερα »

New Year’s Resolutions Reloaded.
            Πάει κοντά έτος, από τη στιγμή που αποφάσισα δημοκρατικά (με ψήφους δυο έναντι καμιάς στην κόντρα με τον εαυτό μου περί τη χάραξη νέας ατομικής πορείας) να ασχοληθώ ενεργά με τα πολιτικά πράγματα σε επίπεδο κεντρικής πολιτικής σκηνής.
Όχι, δε μου έλειπε η άποψη, ούτε οι θεόσταλτες ιδέες σχετικά με το τι ή ποιος μπορεί να σώσει αυτόν τον τόπο. Για την ακρίβεια είχα ήδη προαποφασίσει ότι ο τόπος αυτός δε σώζεται με καμία δύναμη. Δεν ήταν και καμία σοφία αυτό: Ήδη από εικοσαετίας είχε καταρρεύσει το αντίπαλον δέος της κόκκινης αρκούδας. Ήταν νομοτελειακό να καταρρεύσει και ο άκρατος νεοφιλελευθερισμός, έλεγα. Φαίνονταν μάλιστα να συμφωνούν μαζί μου πολλοί, τουλάχιστον αυτό έδειχναν τα σημάδια των τότε καιρών: Βασικά, όντως δεν υπήρχε αντίπαλος: Οι δήθεν αριστεροί της πλάκας (νυν ώριμη ΔΗ.Μ.ΑΡ.), με τις βολεψιάρικες «περί ήπιας αντίδρασης» απόψεις τους, οι οποίες σήμερα τους έχουν καταστήσει το μεγάλο πρόβλημα, ωσεί γενίτσαρους των δεξιών. Η εξαφανισμένη ακροδεξιά του Καρατζα-φέρτα-όλα-να-λιγδώσει-το-εντεράκι, η οποία παρέπαιε στο άτοπο της βασιλο-χουντικής συνύπαρξης (και βασιλιά και στρατά με τάνκς και εθνικοφροσύνες και κόκκινη μηλιά και εθνική παλιγγενεσία και τα πάντα όλα – μόνο που το βασιλιά τον είχε διώξει η χούντα και Κύπρος δεν είχε μείνει, παρά ένα κομματάκι). Το Κ.Κ.Ε. της Αλτσχάιμερ, το οποίο δεν είχε παρευρεθεί στην πτώση του Τείχους, «οπότε δεν είχε συμβεί τέτοιο πράγμα». Ο Συνασπισμός της θεωρίας και της διανόησης, «κουβέντα να γίνεται», «να το συζητήσουμε» «να διασκεφθώ μονάχος, να βγουν δυο απόψεις, να το πω και του ίσκιου μου, να δω τι λέει κι εκείνος», το κουλέρ λοκάλ ανέκδοτο, τέλος πάντων.
Και υπήρχε και η Εξουσία: εναλλασσόμενη, πάντοτε ίδια, ΠΑ.ΣΟ.Κ., Νέα Δημοκρατία, η Εξουσία. «Μη μιλάς κατά του ΠΑ.ΣΟ.Κ., είσαι οπισθοδρομικός!!!» Μην καταφέρεσαι κατά της Νέας Δημοκρατίας, θα βρεις δουλειά του Αγίου (αυτουνού, του τέτοιου μωρέ, έλα, τέλος πάντων).
Αυτή η Εξουσία είχε όλα τα χαρακτηριστικά που την καθιστούν τέτοια: είχε ΜΑΤ και ΜΕΑ (για μια Ελλάδα νέα), είχε προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είχε τους Τούρκους στο πλευρό μας, με νέα και μεγαλεπήβολα εξοπλιστικά προγράμματα σε επίπεδο καραβάνας και κατεψυγμένου Αργεντινής, όποτε είπε να κουνηθεί κανείς, είχε το χρυσό όνειρο της Γιάννας Αγγελοπούλου, του Μπάμπη του Βωβού, του Πέτρου του Κωστόπουλου, του Κόκκαλη, του Βαρδινογιάννη, της Πανάθας και του Γαύρου, είχε Μερσεντέ και Ζήμενς, είχε Οζάλ, Οτσαλάν, Κλίντον, 17 Νοέμβρη, είχε γκόμενες στο πιάτο, είχε κλάμπινγκ, μεγάλες πίστες, είχε καφρίλα στην παραλιακή, κάγκουρες, πλατινέ ξανθιές κότες, Ars Gratia Artis, τα είχε όλα. Κι αυτά, και όσα ξεχνάω, σχωρνάτε με.
Και κανείς δεν έλεγε τίποτε. Και κανείς δε μιλούσε, επειδή δεν υπήρχε ένας που να μη γούσταρε. Ανεξάρτητα από ιδεολογίες, όλοι γούσταραν την ευζωία, την άνεση, τη μέρα με αύριο και μεθαύριο και παραμεθαύριο, χωρίς ζόρια, χωρίς πολλά πολλά.
Και μετά μάθαμε έτσι. Έτσι δεν είναι;

Ναι, αλλά ο νεοφιλελευθερισμός δεν έπεφτε. Ανδρωνόταν. Αναπτύσσετο, εξελισσόταν.
Εμένα (και του ίσκιου μου) καθόλου δε μας άρεσε αυτό. Βλέπετε, ουδέποτε υπήρξα υπέρ της εξουσίας αυτού του τύπου. Της εξουσίας, η οποία βολεύει τους γκρινιάρηδες και τους κάνει γενίτσαρους.
Αρκούσε, να το πούμε έτσι, η εξής πατέντα: Γκρίνιαζες στον ΠΑΣΟΚο, έγλυφες το ΝεοΔημοκράτη, ή vice versa. Το αποτέλεσμα πανομοιότυπο: θεσούλα στο Δημόσιο. Αν δεν έπιανε κι αυτό, γινόσουν κομμουνιστής και συνδικαλιστής και αγωνιστής, για τα δίκαια του Λαού. Κάτι έξτρα στα οδοιπορικά, κάτι τζάμπα τσιμπούσια, κάτι υπερωρίες, κάτι κανά μπαξίσι, «να ηρεμήσει ο όχλος», και  - να σου πω κάτι; - πιο μάγκας ήσουν – και επανάσταση, να ‘ουμ’.
Τέλεια όλα αυτά. Γιατί δεν έπεφτε ο νεοφιλελευθερισμός; Δεν καταλάβαινε κανείς τι συνέβαινε και έσκαγαν τα περιστασιακά κανόνια στην αγορά; Δεν προβληματιζόταν κανείς, όταν η Διαμαντοπούλου – μέλος ισχυρό της πανίσχυρης Λέσχης, έμπαινε στα μέσα και στα έξω της παιδείας και εξανδραπόδιζε το σύνολο των δομών; Δεν κόλλαγε κανείς τρυφηλός να πει «ως εδώ», όταν έσκαγαν το ένα μετά τ’ άλλο τα φουρνέλα της Στάζι, της Ζήμενς, του Ο.Τ.Ε., της Δ.Ε.Η.; Μπαμ ο καθένας;; Τσουκάτος, Πάγκαλος, Άκης, Χριστοφοράκος, Λοβέρδος, Βενιζέλος, Παπακωνσταντίνου; Δεν προβληματίστηκε κανείς πού θα πάει το πράμα, όταν όλοι αυτοί είχαν σταματήσει εμφανώς να κρύβονται και είχαν πια αρχίσει να λένε ξεδιάντροπα ότι είναι νεοφιλελεύθεροι; Τόσο τυφλοί κατέστησαν όλοι, που άφηναν τους αρχιμπάτσους να αλωνίζουν με λίστες του Βουλγαράκη ... προς όφελος ΠΑ.ΣΟ.Κ.ων; Έγιναν καλές οι λίστες των διπλοεγγεγραμμένων ψηφοφόρων, επειδή . . . τις έσιαξε ο . . . Παυλόπουλος ; ; ;
Πού πήγαινε όλο αυτό; Και δηλαδή πού να πήγαινε; Υπήρξε, λέτε, ένα λαμόγιο από αυτά που μας/σας/τους κυβερνούν σήμερα  - τώρα που συσπειρώθηκαν, σαν τις ύαινες – που να μην ήξερε;;;
Αλήθεια τώρα, μεταξύ μας…. Λέτε να υπήρξε έστω κι ένας;
Ποιον, λοιπόν, να δικαιολογήσουμε; Κάποιον, έναν. Να βγει κάποιος πολίτης και να μου φτύσει το όνομα στα μούτρα: να μου πει «ξέρεις, κάτι, ρε φίλε; ο τάδε ΔΕΝ ήξερε, τέλος».
Αμφισβητώ ειλικρινά τη δυνατότητα οποιουδήποτε να ξεστομίσει τέτοια κουβέντα, χωρίς να είναι διανοητικά ελλειποβαρής ή λαμόγιο.
To be continued (κάτι μέρες μείνανε)



Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

Εντάξει, λοιπόν, με παραμύθι *


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας φούρναρης που το ψωμί το άφηνε άψητο, για να είναι πιο βαρύ, γλύτωνε και τα κάρβουνα για το ψήσιμο. 
Δεν άφηνε όλη την παραγωγή άψητη, ούτε ήταν άσχετος περί την τέχνη της αρτοποιίας. Ήταν όμως πονηρός, είχε σκοπό. Κανείς δεν ήξερε ότι έφτιαχνε και καλό ψωμί, εκτός από πολύ λίγους, δικούς του. 

Το καλό το ψωμί ο φούρναρης το έδινε στην οικογένειά του, στους αφέντες του και στους φίλους του. Αυτοί δεν πλήρωναν δεκάρα για το ψωμί. 

Για να βγάλει το κόστος της παραγωγής του καλού ψωμιού, ο φούρναρης πουλούσε το άψητο ψωμί πιο ακριβά. Αν κανείς γκρίνιαζε για την τιμή, ο φούρναρης φώναζε τους φίλους του, τους αφέντες. 

Εκείνοι, αφού έτρωγαν τζάμπα καλό ψωμί, φύλαγαν τον αφέντη και φοβέριζαν τους δυσαρεστημένους πελάτες. 

Μάλιστα, οι αφέντες, επειδή ήσαν κι εκεινοι πονηροί, έκαναν ότι οι μισοί ήταν τσακωμένοι με τους άλλους μισούς. 

Για να ξεχωρίζουν, φορούσαν φορεσιές ίδιου χρώματος, οι μισοί μπλε, οι άλλοι μισοί πράσινο, ο ουρανός και η γη. Όμορφα χρώματα, ο κόσμος τα αγαπούσε, επειδή του θύμιζαν τη μέρα και το γόνιμο χωράφι. 

Δύσκολα μιλούσε κανείς άσχημα μπροστά στους αφέντες. Φαινόταν ντροπή, οι κουρελήδες μπροστά στους καλοντυμένους.

Οι καιροί πέρασαν, ο φούρναρης βαρέθηκε, έδωσε τη δουλειά σε κάτι ξένους. Εκείνοι συνέχισαν το κόλπο, μάλιστα το έκαναν πιο επιστημονικό, πήραν και κάτι επιδοτήσεις, όλα καλά. Ο φούρναρης έκανε παρέα με τ´ αφεντικά, οι ξένοι τους πήραν σε κάτι σαλόνια φοβερά εκεί στα ξένα,γλυκάθηκε. Οι αφέντες που είχαν κάνει κάποια κονέ με τους αφέντες τους έξω, είδαν ότι έχει ψωμί η δουλειά, οπότε όλα τα φουρνάρικα στον κόσμο τα ένωσαν και τα είπαν “παγκοσμιοποίηση”. 

Κάποιοι τύποι που τάιζαν τους έξω αφέντες (εκείνοι είχαν πρωτομιλήσει για αυτην την παγκοσμιοποίηση), είπαν να δοκιμάσουν το κόλπο γκρόσσο: Να εκβιάσουν τους έξω και τους μέσα αφέντες ταυτόχρονα, να τα κάνουν όλα γης μαδιάμ.

Κανείς δεν ξέρει (κανείς δε μπορεί να καταλαβει επίσης) γιατί έγινε αυτό, το πότε άρχισε όλοι το ξέρουν, αλλά δεν το θυμούνται, κι αυτό είναι άλλο παραμύθι. 

Βλέπεις, φίλε παραμυθιασμένε αναγνώστη, σε όλο το παραμύθι υπάρχει ένα πρόβλημα: οι αφέντες. Λες εσύ ότι αφέντες στο παραμύθι είναι αυτοί που έτρωγαν το καλό ψωμί τζάμπα, αλλά στην πραγματικότητα αφέντες είναι εκείνοι οι τύποι που εξαρχής τάιζαν τους αφέντες (τους έξω) των αφεντών (των μέσα).

Ούτε κι ο πονηρός φούρναρης το ήξερε αυτό, ούτε και το κατάλαβε αμέσως. Όταν όμως το συνειδητοποίησε ήταν αργά: είχε γεράσει, είχε δώσει και το φούρνο. Τώρα κι εκείνος δε μπορούσε να γυρίσει κοντά στους κουρελήδες που έκλεβε στα νιάτα του, φοβόταν την οργή τους, όταν μάθαιναν ότι όλη τους τη ζωή την είχαν περάσει τρώγοντας άψητο ακριβό ψωμί, ότι όλο εκείνο το σκηνικό με τις πράσινες και τις γαλάζιες όμορφες φορεσιές που ξεχώριζαν τους αφέντες, ότι όλοι εκείνοι οι καυγάδες πίστης και υποταγής στο ένα χρώμα τη μια φορά και στο άλλο την άλλη πήγαν στράφι, αφού και οι αφέντες τους κουρελήδες ήσαν μπροστά στους έξω αφέντες. 

Και πάνω απ´ όλα εκείνοι οι τύποι. Οι άγνωστοι σε όλους, που κανένας δεν έλεγε το όνομα τους με τ´ όνομά του (κι όλοι τους ονόμαζαν “αγορές”), εκείνοι διαφέντευαν τους έξω και τους μέσα αφέντες, ακριβώς επειδή οι τύποι αυτοί ήξεραν εξαρχής το τάχατες πονηρό κόλπο του φούρναρη, την απατεωνιά των αφεντάδων, τις ατιμίες των έξω αφεντάδων, και απλώς περίμεναν την ευκαιρία τους.

Κι από κάτω, βλοσυροί, έμαθαν την αλήθεια οι κουρελήδες.

Υστερόγραφο.
Εγώ παραμυθάς δεν είμαι και το τέλος αυτού του παραμυθιού ήθελα βοήθεια, για να το γράψω. Ο μεγάλος μου γιος, ο Γιώργος και ο μικρός, ο Παναγιώτης, 9 και 6 χρόνων άκουσαν το παραμύθι ως εδώ: ήθελα βοήθεια. 
“Πώς τελειώνει, λέτε, το παραμύθι;” Τους ρώτησα.
Πετάχτηκε ο μικρός: “Πόλεμος!!” μου είπε.
Απάντησε ο μεγάλος: “Ξέρω γιατί το έγραψες το παραμύθι αυτό, μπαμπά”, μου είπε. “Θέλεις να μιλήσεις για το Σαμαρά και τον Παπανδρέου και τον Σόιμπλε και τη Μέρκελ και τους διεθνείς τοκογλύφους!! Δίκιο έχει ο Παναγιώτης, Πόλεμος!!"

Όλα τα περιστατικά που περιγράφονται εδώ - όπως και σε κάθε παραμύθι - είναι αληθινά. Ο υπογράφων δεν είχε σκοπό να διεκδικήσει τη δόξα του Ομήρου ή του Αισώπου. 

Ένιωσε όμως την ανάγκη να θυμίσει κάτι: 
Το κόκκινο είναι το νέο χρώμα: Παλιό, όσο ο χρόνος, όσο η λάβα, όσο κι ο ήλιος.

Του αίματος, της ζωής και του πολέμου, είναι το χρώμα της οργής, της αντίθεσης, το χρώμα του τέλους και της αρχής, το χρώμα της Κόλασης. 

Δεν υπάρχει πια μπλε και πράσινη φορεσιά, υπάρχει Πόλεμος.
 * του Θάνου Αθανασιάδη
Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

Αυτανάφλεξη.


Ο Νίκος, ετών 37, περπατούσε στο δρόμο. Μαχαιρώθηκε στο νεφρό για 100€. Ληστεία μετά φόνου. Υπέκυψε 8 ώρες αργότερα στο Σισμανόγλειο. Ορφανά δύο. Κι η χήρα.
Ο Τάσος, ετών 46, πέρασε μπροστά από το 419, ακριβώς τη στιγμή που ο οδηγός έβαζε τρίτη, για να βγει στην ανηφορική ευθεία. Σκοτώθηκε σχεδόν ακαριαία, μισή ώρα μετά είχε υποκύψει. Πήγαινε για δεύτερο χρόνο στο σπίτι άνεργος, χωρίς να έχει βρει δουλειά. Κανείς δεν έμαθε αν το επεδίωξε ή αν είχε αφαιρεθεί τόσο πολύ, χαμένος στην απόγνωση.  Ορφανά δυο. Κι η χήρα.
Η Γεωργία, ετών 30, μπήκε στο ασανσέρ του Πύργου, πάτησε το κουμπί για το 16ο και περίμενε. Χτύπησε μια τυχαία πόρτα. Κάποιος της άνοιξε. Εκείνη έτρεξε αμίλητη προς τη μπαλκονόπορτα που είδε στα 8 μέτρα μπροστά της, την άνοιξε και πήδηξε στο κενό. Ανύπαντρη. Φύλαγε την κατάκοιτη ινσουλινοεξαρτώμενη μάνα της. Η αδερφή της την αναγνώρισε 12 μέρες, αφ´ ότου είχε χαθεί και η μάνα από υπογλυκαιμικό σοκ. Μύρισε. Η γειτονιά δεν κάλεσε κανέναν.
Ο Μανώλης, ετών 51, υπήρξε ο υποδοχέας της Γεωργίας στο διαμέρισμα του Πύργου. Δεν την είχε δει ποτέ πριν το συμβάν, έμαθε την ιστορία από έναν αστυνομικό. 20 μέρες μετά άνοιξε την ίδια μπαλκονόπορτα και πήδηξε στο ίδιο κενό. Ορφανό ένα. Τώρα πια και από μάνα και από πατέρα. 
Σεπτέμβριος 2012.
Τυχαία, ασύνδετα μεταξύ τους, περιστατικά. 
Οκτώβριος 2012. 
Τα νέα έχουν διαρρεύσει. Οι ΕΟΖ έρχονται, κανά δυο πρώην υπουργοί έχουν ήδη διαφύγει στο εξωτερικό, κατηγορούμενοι  για διασπάθιση δημοσίου χρήματος. Η αντιπολίτευση φωνάζει, ο κόσμος βοά, η συγκυβέρνηση κωφεύει. Εξεγέρσεις μουσουλμάνων, φονικά στους δρόμους, συγκρούσεις στις φυλακές. Φτώχεια, χάος, απόγνωση. "Υπομονή" συνιστούν οι σώφρονες στωικοί, "σεισάχθεια" ζητούν οι δυσαρεστημένοι. Η συγκυβέρνηση κωφεύει.
Νοέμβριος 2012. 
Η Λίτσα προχωράει με κάποια αστάθεια στο βήμα προς τον υπουργό. Δουλεύει καθαρίστρια στο υπουργείο, 16 μέρες τώρα. Σφίγγει το μαχαίρι στο δεξί και το καρφωνει στο μηρό του. Περνάνε δεκαπέντε δευτερόλεπτα, μέχρι να κατορθώσουν να την αποκολλήσουν από πάνω του οι φρουροί. Η μηριαία έχει όμως διαλυθεί, σαν από σφαίρα. Ο υπουργός σβήνει ανήμπορος, από ακατάσχετη αιμορραγία σε 6 λεπτά. Η Λίτσα δε μιλάει, έχει ένα χαρτί στο αριστερό χέρι. Το παραδίδει. "Ιωσήφ και Ζωή, δίδυμα, Τετάρτη τάξη, 3ο δημοτικό Αμαρουσίου, σχολάνε στις 1.20'. Κάποιος να τα παει στου αδερφού μου, οδός Ι. Δούση 8., Βαγγέλης, τηλ. 803221... 
Η Λίτσα έχασε το Νίκο και τη ζωή της αντάμα. Αλλον άνθρωπο δε θα ξαναγαπούσε, το ήξερε.
Η Μυρτώ έμεινε να ξεροσταλιάζει κάτω από το φροντιστήριο, δίπλα από το υπουργείο. Ωραία γυναίκα, τράβηξε την προσοχή του φρουρού. Γνωρίστηκαν. Τέσσερις μέρες μετά βρισκόταν μπροστά στην πόρτα της υπουργικής Μερσεντές. Η χειροβομβίδα ήταν πειραγμένη,  στα τρία δευτερόλεπτα. Εξερράγη πριν προλάβει να κλείσει η πίσω πόρτα. 8 νεκροί - και η ίδια και ο φρουρός επίσης. Από τον υπουργό αφαιρέθηκαν 45 θραύσματα. Σημείωμα δε βρέθηκε. Τα παιδιά τα έπαιρνε ο παππούς τους από το σχολείο.  "Σαν τον Τάσο κανείς, γιος σου ήταν, το ξέρεις" είχε πει στον πεθερό της το προηγούμενο βράδυ. Εκείνος κατάλαβε κι έκλαψε. Κανείς δεν έμαθε αν ο συνταξιούχος πια αντισυνταγματάρχης της είχε τροποποιήσει ο ίδιος την παλιά χειροβομβίδα. Ο μεγάλος Λάκης κι ο μικρός Αντώνης λένε στο σχολείο ότι η μαμά τους έγινε άγγελος εκδίκησης. Ο παππούς θα τα πάρει να πάνε στο χωριό, στην ορεινή Ναυπακτία.
Ο Πέτρος πέρασε τρεις ημέρες κλινήρης, ώσπου να ξεπεράσει το σοκ του χαμού της Γεωργίας. Σηκώθηκε από το κρεβάτι την τέταρτη. Ξυρίστηκε, έβαλε το γαμπριάτικο, αυτό που είχε αγοράσει για να παει να της κάνει πρόταση γάμου εκείνο το ίδιο μεσημέρι που εκείνη πήδηξε, και μπήκε στο αυτοκίνητο. Του άρεσε αυτό το τζιπ. Την πήγαινε με αυτό βόλτα, είχαν πάει σε όλα τα βουνά μαζί. "Είσαι η Γκιώνα μου" της έλεγε, κι εκείνη γελούσε με ένα γέλιο κελλαρυστό, σαν τα νερά των ποταμών. Πάρκαρε επί του παραδρόμου στα Σίδερα. Περίμενε έξι τσιγάρα. Ήξερε την υπουργική διαδρομή και την ώρα άφιξης. Αν αργούσε κάποιο πρωί, τον έκοβαν οι Ζητάδες, για να περάσει η πομπή. Επέλεξε τη στιγμή σωστά. Μουγκρίζοντας ξεκίνησε, τερμάτισαν οι στροφές του κινητήρα. "Ααααααχ" είπε και κάρφωσε πλάγιομετωπικά το υπουργικό. Είχε γεμίσει τα πίσω καθίσματα με πέντε μπιτόνια  βενζίνη, άρπαξε το Σύμπαν φωτιά κι η Πυροσβεστική δεν τόλμησε να πλησιάσει πιο κοντά από τα 150 μέτρα. 
Ο Παρασκευάς είναι 19, ορφανός από μάνα και, εδώ και δώδεκα μέρες, από πατέρα. 
Ο φίλος του, ο Μάξιμος, του λέει να μην ακούει ιστορίες, να ζήσει και να αποδείξει σε όλους ότι είναι άξιο τέκνο της Πατρίδας. "Πρέπει να κάνεις αυτό που πρέπει, όχι να χαθείς σαν κορόιδο", λέει ο Μάξιμος. Ο Παρασκευάς το σκέφτεται. Θα πρέπει να διαβάσει αρκετά, να περάσει και κατήχηση, αλλά πια δεν τον νοιάζουν και πολλά. Ξυρίζει το κεφάλι απόψε το βράδυ.
Διαβάστε Περισσότερα »

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2012

Ενοχλούμαι.


Ενοχλούμαι. Από τα παρατράγουδα, από τα εξυφαινόμενα, από τα διαπλεκόμενα. Από το στημένο της κατάστασης. Από την ηλιθιότητα των «απλών ανθρώπων και συμπολιτών μας». Από την αδιαφορία τους για το συνομήλικό μου που αυτοκτόνησε χθες. Από το γεγονός ότι θα επιτρέψουν με την απάθειά τους να αυτοκτονήσουν κι άλλοι. Και δε θα είναι από αθεΐα ή δειλία. Από κατάθλιψη θα είναι. Κατάθλιψη που μπορεί να πάθουμε όλοι μας  από το γεγονός ότι υπάρχουν άνθρωποι στην Ελλάδα του ’12 που πηγαίνουν στα κοινωνικά ιατρεία. Από το γεγονός ότι στην Ελλάδα του ’12 χρειάζεται να υπάρχουν κοινωνικά ιατρεία. Από το γεγονός ότι, όπως είπε και η φίλη μου, «υπάρχει ακόμη ξύγκι» στα σεντούκια των κατσικοπόδαρων που λένε ακόμη και τώρα για το διπλανό τους «γαία πυρί μειχθήτω». Για όλους και για όλα. Αρκεί να κρυφτούν οι ίδιοι. Αρκεί να μην τους πάρει το ποτάμι. Και ο κυρ – Μέντιος να τους βγάζει επιλεκτικά – όσο και στεγνά – στον τάκο, για να τους βάλει να πάνε να τον κwλογλύψουν στη συνέχεια, ώστε να σωθούν. Ένα κάρο βρωμύλοι: διπλές συντάξεις, ανύπαρκτες αναπηρίες, πεθαμένοι επιδοματίες, όλοι στο ντορβά της συνενοχής. Τα είχες πάρει; Σε είχαν βολέψει; Σου βόλεψαν την κόρη που δεν έκανε αγόρι; Τα είχες κανονισμένα; Ανήκες στους πονηρούτσικους; Έβαλες καμιά κατοσταρού στη μπάντα «για τις δύσκολες μέρες»; Καμιά τρακοσαρού ίσως; Καλύτερα. Και μετά συνένοχος. Και μετά, μη μας πάρουν και χαμπάρι, γκρίνια και άγιος ο Θεός. «Φράγκο δεν υπάρχει, δε βγαίνω, υπάρχουν ανάγκες». Και το βράδυ έσκαγες στα γέλια που είχες δουλέψει το Πανελλήνιο. Και οι παρέες: Οι παρέες των επαϊόντων. Οι παρέες των εκλεκτών. Οι παρέες που είχαν συναντηθεί στο ίδιο γραφείο, είχαν γονατίσει κάτω από τα ίδια γραφείο, που είχαν πάρει τις ίδιες καπνοαναρροφητικές συσκευές. Και ήξεραν. Και δεν έλεγαν, γιατί τι να πουν για τα μέλη της παρέας; Τι;
Και μετά το χάος. «Αμάν, θα χάσω τα κλεμμένα, αμάν θα μείνω στη δραχμή». Σιγά, ρε καραγκιόζη, που σε χάλαγε «η δραχμή». Που ήξερες εσύ από spread, blue chips και άλλα «προϊόντα». Άσε μας, ρε βλαχαδερό, που τάχα μου ήξερες. Είδες όμως, κατάλαβες πότε άρχισε και κοβόταν το τσιτσί, κατάλαβες πρώτος και ότι κόπηκε εντελώς το τσιτσί. Ότι οι μεγαλοκολλητοί σου την έκαναν με ελαφρά πηδηματάκια. Το μυριζόσουν, το έβλεπες. Πού να ‘ναι η κυράτσα η Αγάπη, η λατρεία, η καμμένη μπαταρία; Πού να ‘ναι ο Τζιγγεροσαρμάς; Πού να ‘ναι ο λέτσος; Πού να ‘ναι αυτή που κόκκαλα δεν έχει; Πού είναι τα γκλά-μουρους γελοία απολειφάδια της τηλεχαζαμάρας που μας έδειρε ανελέητα δέκα τόσα χρόνια «ανεξάρτητης ιδιωτικής» βλακείας και αποχαύνωσης; Φευγάτα όλα. Και τώρα σε κρατάει από τα μεγέθους λαδοελιάς π@πάρια σου ο στούρνος. Και όποτε γουστάρει σε βγάζει στον τάκο. Κι εσύ τρέχεις πανικό-βλητος. Και χαλάς τα πάντα. Γιατί μπορείς να ζητήσεις συγγνώμη, ρε ηλίθιε. Και μπορείς να ξεπεράσεις το κόμπλεξ και τα ενοχικά σύνδρομα. Και μπορείς να βοηθήσεις. Αλλά δεν το κάνεις. Δε θέλεις να το κάνεις, επειδή είσαι ανθέλληνας και φιλοπαρτάκιας, εαυτουλιτζής και παλιάνθρωπος. Και θα έρθεις μετά να αναζητήσεις νέες ευκαιρίες να κεφαλαιοποιήσεις τη δυστυχία, λαδέμπορα, ε λαδέμπορα. Γιατί; Γιατί έτσι είσαι, δεξιέ. Περιμένεις να μυρίσει πτωμαΐνη, για να συλήσεις. Γουστάρεις αποσύνθεση και «ευκαιρίες».  Προσδοκάς διάλυση, χάος, πείνα, αρρώστιες, για να πουλήσεις ληγμένες κονσέρβες και φάρμακα σε «καταπληκτικές» τιμές. Προσδοκάς κατοχή, για να μαζέψεις λιρίτσες, να γ@μήσεις κι εκείνη την όμορφη που ούτε που σε κοίταγε πριν σου έχει την ανάγκη.
Χαμογελάς, ε; Σου θυμίζω το όνειρο.
Και τώρα είναι που εγώ ενοχλούμαι πιο πολύ. Γιατί είχαμε δυο ευκαιρίες στο καπάκι να γίνει μια αρχή και έφυγαν κι οι δυο. Και θα καταλήξω μπροστά στις ερπύστριες της ΜΟΜΑς του νέοΠαττακού να σκέφτομαι ότι θα πρέπει να πω στα παιδιά μου ότι ο μπαμπάς θα πάει να γίνει μπίλιες με τα ΜΑΤ (ποια ΜΑΤ, τι έχει μείνει δηλαδή, κι εγώ απορώ – ενοχλούμενος) και τα καμάρια της FRONTEX, ώστε να μην περάσει το σχέδιο με τις Ειδικές Οικονομικές Ζώνες και πάει στράφι η ζωή τους, για τα 11,5 δις αργύρια του γκαλιούρη και του στούρνου.
Θα γίνει της κακομοίρας, τζάμπα μαγκα, να μου το θυμηθείς ότι δε γλύτωσες από τον προπάππο και τον παππού μου. Από τον πατέρα μου κι από μένα θα τελειώσει το παραμύθι.   
Διαβάστε Περισσότερα »

Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2012

Blue and white stripes.

Ποιος φοβάται τους Έλληνες;
Δέκα εκατομμύρια άνθρωποι, ο μισός πληθυσμός γερασμένος, στα όρια της φτώχειας και προδομένος από όποιον πήγε να μιλήσει εξ ονόματός του τα τελευταία τριάντα χρόνια. Οι πλουτοπαραγωγικές του πηγές ανεκμετάλλευτες, οι πόρτες κλειστές, οι δυνατοί σιωπούν ή απαιτούν. Κλεισμένος στο καβούκι του, ελλείπων αξιοπρέπειας, προπηλακιζόμενος  ή καθυβριζόμενος από το σύνολο του "ανεπτυγμένου" κόσμου. Μας τάισαν τζάμπα, μας κανάκεψαν χωρίς να το αξίζουμε, μας έδωσαν τα ωραία τους λεφτά και τώρα η Ελλάδα και οι Έλληνες αργούν, κωλυσιεργούν στην εξόφληση, δεν αποδίδουν, δεν παραδίδονται αμαχητί, και μάλιστα όταν η πολιτική τους ηγεσία τους αδειάζει καθημερινά, με δηλώσεις υποταγής. Ποιο το νόημα όλων αυτών; Ποια η κινητήρια δύναμη πίσω από τον παραλογισμό της ανυπακοής και της ανυποταξίας; Μήπως είναι τυφλό και καταδικασμένο όλο αυτό; Μήπως ψάχνουμε στα αποκα·ί·δια χαμένες δόξες και πατρίδες; Μήπως η Μεγάλη Ιδέα που εγκαταλείφθηκε από την ηγεσία μας, κατατρύχει το νου των αμετανοήτων μεταξύ μας; Μήπως οι νοητικές μας δυνάμεις αδυνατούν να αντιληφθούν το νόημα της ήττας;
Ηττηθήκαμε, άραγε;
Αυτό το άδοξο τέλος μας επιφύλαξε η Ιστορία;
When the going gets tough, the tough get going, between the devil and the deep blue sea, αναφέρουν έν χορώ δυο παροιμίες της Γηραιάς Αλβιώνος, απευθείας από το συλλογικό ασυνείδητο ενός σκληροτράχηλου ναυτικού λαού, ο οποίος έχει μεν μερίδιο στα δεινά του μάταιου τούτου του κόσμου, πλην όμως έχει αντιδράσει θυμοσοφικά όσο και άμεσα στις γοτθικές επεκτατικές απόπειρες, όποτε κι αν αυτές συνέβησαν. Σημειωτέον ότι το ίδιο έπραξε κι ο κουρασμένος ελληνικός λαός, όποτε παρέστη χρεία. Γερμανικός οίκος εγκαταστάθηκε στο θρόνο του Βασιλείου της Ελλάδος, ακόμη κι αυτός εξεδιώχθη από το έτερον ήμισυ των εχθρών της Δημοκρατίας, τη στρατοκρατία. Παράδοξο όσο κι αν φαντάζει σήμερα στα ανιστόρητα μάτια, η χόυντα έδιωξε το βασιλιά. Ο βασιλιάς όμως ήταν Γερμανός, ο Παπαδόπουλος Έλληνας. 
Εμείς είμαστε επίσης Έλληνες. Και η δική μας γενιά, όσο παράδοξο, άστοχο και αιθεροβάμον κι αν ακούγεται, γνωρίζει πιο πολλά απο την προηγούμενη, ακριβώς επειδή η προηγούμενη επέλεξε τον εσφαλμένο δρόμο της φαυλοκρατίας και του ωχαδερφισμού. Μια γενιά στην Ελλάδα πάει ίσια, δυο στραβά, μια ίσια ξανά, σκεφθείτε το. Και κάτι ακόμη: Φρονώ ότι εμείς έχουμε τη δυνατότητα να ανατρέψουμε εκ νέου την υπάρχουσα κατάσταση, επειδή αυτό επιτάσσει η ιστορική συγκυρία, επειδή αυτό επιτάσσει η ισχύς και η μήνις των εχθρών. Η Ιστορία ποτέ δε θα πάψει να επαναλαμβάνεται, όσο υπάρχουν άνθρωποι.
Διαβάστε Περισσότερα »

Τετάρτη, 15 Αυγούστου 2012

AK47 *





Η έννοια του Αναρχοσοσιαληστρικού Καπιταλισμού γεννάται το 1947, ίσως δίνοντας και τη συνώνυμη νομιμοποίηση στο αντίπαλον - σε πρακτικό επίπεδο - δέος, το οποίο κατασκευάζει και ονοματοδοτεί ο Αντρέι Καλάσνικοφ τον ίδιο χρόνο. 

Ο νεοφιλελευθερισμός, γυναίκα, μάνα κι αδελφή του ΑΚ47 βρίσκεται κάπου εκεί πίσω, γύρω και δίπλα, αλλά δεν έχει τύχει ως τότε ανοιχτής πρακτικής, κοιμάται στα συρτάρια κάποιου κυρίου Νίξον, ο οποίος θα γίνει πολύ πολύ γνωστός αργότερα για μια συγκεκριμένη εφαρμογή της Θεωρίας αυτής σε επίπεδο επικοινωνίας.

Ο ΑΚ47 λοιπόν, για να τον κάνουμε να μην ξεχωρίζει από το αντίστοιχο τυφέκιο, δεδομένου ότι τα αποτελέσματα και των δυο έχουν αποδειχθεί εξίσου θανατηφόρα, (Marshall Plan or European Recovery Program, project instituted at the Paris Economic Conference (July, 1947) to foster economic recovery in certain European countries after World War II. The Marshall Plan took form when U.S. Secretary of State George C. Marshall urged (June 5, 1947) that European countries decide on their economic needs so that material and financial aid from the United States could be integrated on a broad scale. In Apr., 1948, President Truman signed the act establishing the Economic Cooperation Administration (ECA) to administer the program), εφαρμόζει την τακτική της διείσδυσης μέσω φιλικών πρακτικών




Αυτό σε απλά ελληνικά συνεπάγεται απτά, άμεσα αποτελέσματα μέσω της αμερικανικής βοήθειας και της συνακόλουθης και συνεπαγόμενης, πολλά τότε υποσχόμενης, προοπτικής ανάκαμψης των διαλυμένων, αλλά νικητριών ευρωπαϊκών χωρών του Β´ Π.Π.

Για να εξειδικεύσω περισσότερο αναφερόμενος μόνον στη χώρα μου, το Σχέδιο Μάρσαλ στην Ελλάδα σηματοδοτεί μια σειρά από γεγονότα: το 10% που έγραψε ο Πατερούλης Στάλιν στο πίσω μέρος του πακέτου των τσιγάρων του ως συμφωνημένη ποσοστιαία αναλογία του Κ.Κ.Ε., πρέπει να γίνει πράξη

Εμφύλιος λοιπόν στην ψωροκώσταινα, φυγή στο παραπέτασμα των κακών κονσερβοκουτάκηδων, φόβος εδραίος εμφιλοχωρήσας στο DNA των καλών και φιλήσυχων πολιτών περί τα δεινά του κομμουνισμού. 

Η απόδειξη έρχεται πολλά χρόνια μετά, το 1990. Ο κακός κομμουνισμός ως κρατική πρακτική καταρρέει, ο ελεύθερος κόσμος γιορτάζει. Η Ε.Σ.Σ.Δ. κατακερματίζεται σε πολλές καλές μικρότερες χώρες που προμηθεύουν την επικρατήσασα Δύση με πεντάμορφες πουτάνες, άριστης ποιότητας κόκα, πυρηνικά σε τιμή ευκαιρίας, δορυφόρους για τις ιδιωτικές παρακολουθήσεις, απόρρητα αρχεία για τους απαραίτητους εκβιασμούς, ατσάλινους μπράβους και πράκτορες με ιδιαίτερα χαρίσματα και ειδικές γνώσεις και δεξιότητες. 


Όλοι οι ανωτέρω νομιμοποιούνται να ενσωματωθούν στο δυτικό Ιδεώδες, την παροχή υπηρεσιών και αγαθών, σύμφωνα με κάθε ζήτηση και όχι σύμφωνα με τη ζήτηση. 

Θα παρατηρήσει ίσως εδώ ο γνώστης αναγνώστης ότι το ίδιο είχε συμβεί και πριν το μεγάλο Κράχ του 1929, κι εγώ θα του θυμίσω με τη σειρά μου αυτό που κι ο ίδιος ξέρει: το 1929 έπεται του Α' Π.Π., το '47 του Β´, οπότε η τότε ιστορική περίοδος δεν έχει ως αντίπαλον δέος τους κονσεβοκουτάκηδες, αλλά τους εχθρούς της Βασιλείας, οι οποίοι (βασιλείς) είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα από τους δημοκρατικούς κυβερνήτες της νέας εποχής, διότι τώρα ο λαός αποφασίζει, είμαστε ελεύθεροι και έχουμε δημοκρατία, καταλάβατε

Τέλος πάντων, τέλος καλό, όλα καλά τότε, υπήρξαν μεν κάποιες απώλειες, αλλά το παραπέτασμα τουλάχιστον έκλεισε, νέα αρχή, να πάνε όλα καλά τώρα, σκέπτονται οι άρχοντες των δημοκρατιών, οι οποίες ακολουθούν την πορεία σύμφωνα με τα δυτικά ιδεώδη. (www.laosver.gr/news/articles/10723.html?)

Για να συνεχίσουμε στα δικά μας, οι σκληρές δεκαετίες του 1950, του 1960 και του 1970 (και βάλε) αφήνουν το στίγμα τους πάνω στο έμβλημα του ελληνικού πατριωτισμού: 
πατρίς, θρησκεία, οικογένεια το τρίπτυχο, φτώχεια, λατέρνα και φιλότιμο το ισόποσό του

Λεφτά πολλά δεν πήραμε από τις σύμμαχες Η.Π.Α. για την πολυπόθητη οικονομική ανάκαμψη, η Εκκλησία διατηρεί τα περιουσιακά της στοιχεία κι ο απλός εκκλησιαζόμενος συνεχίζει να ρίπτει τον οβολόν του υπέρ της αποπερατώσεως των Ιερών Ναών, το κέρατο πάει γόνας στις μονογονεϊκές οικογένειες των ξεριζωμένων ναυτικών, των βιομηχανικών εργατών στις φάμπρικες της Γερμανίας, όλα τα παιδάκια στα αποδεκατισμένα φτωχά χωριά της άγονης υπαίθρου μοιάζουν του γαλατά, του ταχυδρόμου, του παγοπώλη, του εμπόρου ειδών προικός. 

Όμως η ελληνική σημαία κυματίζει περήφανη και αφορολόγητη (και ψηλά ψηλά) στις επτά θάλασσες, όσο η ελληνική εργατιά βογκάει κι αναστενάζει στα καρβουνιάρικα για το Μόναχο. 

Ααα, και πάλι η Γερμανία! Ο δις ηττημένος ναζιστικός κολοσσός, διαμελισμένος και καταφρονεμένος όσο κανείς, με ένα Τείχος να τεμαχίζει την καρδιά του, το αγαπημένο Βερολίνο της Όπερας, των Τεχνών, του βαριετέ, της ξανθιάς μπύρας, της γερμανίδας μάνας, κάτι κουτσοκαταφέρνει. 

Αι Μεγάλαι Δυνάμεις φάνηκαν μεγαλόψυχες, αναγνώρισαν ότι ο απλός γερμανικός λαός δεν ήταν παρά παραπλανημένος από τους κακούς Ναζί, ότι χρειάζεται πάντα εργασία, για να μη στρέφεται σε ακραία πολιτικά σχήματα, όπως αυτά του Ναζισμού, ότι ίσως και να έβαλαν το χέρι τους και οι Μπολσεβίκοι και οι κομμουνισταί στην όλη διαδικασία, οπότε εξηύραν τη μόνη λύση: την ανόρθωση της Γερμανίας με κονδύλια των Συμμάχων. 

Κι εμείς Σύμμαχοι ήμαστε τότε, ίσως γιαυτό φερθήκαμε πιο μεγαλόψυχα από όλους, αφού είμαστε οι μόνοι που δεν αναζητήσαμε τις πολεμικές αποζημιώσεις. 

Βέβαια, όπως πραναφέρθηκε, εμάς μας βοήθησαν το Δόγμα Μάρσαλ και οι Σύμμαχες Η.Π.Α., οπότε ποιος ο λόγος να θέλουμε κι άλλα;

Τέλος πάντων, ήρθε κι ο Αντρέας και διορθώθηκαν τα πράγματα. Είχαμε μπει και στην Ε.Ο.Κ. ένα χρόνο πριν, κάναμε και τις διπλές υποτιμήσεις το '84 - '85, φράγκα βρέθηκαν. 

Γεμίσαμε παχύσαρκους που το γουστάρανε και το μπουκαλάκι, και γκομενίτσες με άρχουσα κυταρρίτιδα που τη θέλανε και τη μερσεντέ και το μπούλγκαρι και τον παχύσαρκο με τη μερσεντέ που τα παρείχε όλα αυτά (όλα, μανάρα μου, για πάρτη σου, σας θυμίζει κάτι, παλιόπαιδα;)

"Ορθά (ίσως) όλα αυτά," θα σκεφτεί ο φιλοπράγμων και πρακτικός αναγνώστης, "αλλά τι με νοιάζουν; 

Εγώ σήμερα έχω τα δικά μου ζητήματα να σκεφτώ, τα δικά μου προβλήματα να επιλύσω. 

"Πού θα βρω τα χρήματα, για να ανακάμψει η Ελλαδίτσα μου σήμερα;"

Μέσα στις λέξεις, φίλε μου. 

Και μέσα από τις πράξεις.

Αν θέλεις πραγματικά να βρεις τα χρήματα, θα πρέπει να μοχθήσεις, για να τα εξοικονομήσεις.

Αν θέλεις πραγματικά να μοχθήσεις, τούτο σημαίνει ότι τέρμα οι μερσεντέ και τα καγκουριάρικα στην παραλιακή, θεογκόμενε/α.

Αν ακόμη πιστεύεις ότι θα φας ψάρι, χωρίς να βρέξεις κώλο, σε βλέπω να τη βγάζεις με καλαμάρι νηστίσιμο και γαύρο κονσέρβα.

Κοίτα, είναι πολύ απλά τα πράγματα. Παραδειγματάκι;
Ο Φρίγκο, ο σκύλος του φίλου μου του Θωμά, ήταν μπασταρδάκι. Δεν τον βρήκε από μωρό ο Θωμάς, είχε ζήσει ο κακομοίρης και στο δρόμο, ήξερε από αποφάγια. Ήταν έξυπνο ζωντανό, την ουρά την είχε ψηλά, πάει να πει ότι κλωτσιά από άνθρωπο δεν πρέπει να είχε φάει, ίσως από ένστικτο, ίσως από τύχη. Στις βόλτες που ο Θωμάς με άφηνε να τον πηγαίνω, συναινούσε. Τον άφηνα, βλέπετε, να ρίχνει κανά ντενεκέ, να κυνηγάει καμιά γάτα, να κάνει τον καμπόσο στα άλλα αδέσποτα - πρώην συναδέλφους του - και γενικά να νιώθει λίγο το δρόμο και την αψάδα. Ήταν καλοκαίρι του '94, η Εθνική μάζευε τεσσάρες ( & δύο από την Αργεντινή, σύνολο δέκα σε τρία ματς, γειά σου, ρε Αλκέτα! ) κι εμείς βλέπαμε τα ματς - θρήνους και κάναμε σχέδια για μπάρμπεκιου στη βεραντάρα στην Αλεξανδρούπολη. Πέντε νοματαίοι, χώρια ο Φρίγκο, έντεκα κιλά κρεατικά, χωρίς υπερβολή. Κακή συνεννόηση, όλοι πήραμε, γιατί νομίζαμε ότι ήμαστε οι εντεταλμένοι προς τούτο. Τα είδε ο Φρίγκο, ο οποίος είχε τα συνήθη μακαρόνια για βραδυνό, αλάφιασε!! Έφαγε τα μακαρόνια, πήγαμε βόλτα, χώνεψε εν ριπή οφθαλμού και ανέμενε με τα σάλια να τρέχουν. Ήταν το βράδυ της τεσσάρας από τη Βουλγαρία. Πού να πάει το φαΐ κάτω από τους μαινόμενους συνδαιτημόνες, τα κρασιά πήγαιναν - και τα καντήλια.

Ο Φρίγκο δεχόταν ριπές από παϊδάκια, βολές από μπριζόλες, όλμους από λουκάνικα. Τα κατέβαζε αμάσητα σχεδόν, για να προλαβαίνει να έχει το στόμα ανοιχτό για τον επόμενο τεθλιμμένο. Θυμάμαι να βάζω στα κάρβουνα κάτι τελευταία, όταν παρατήρησα μηχανικά την κοιλιά του καημένου του Φρίγκο: ήταν τόσο τιγκαρισμένη που άλλο δεν έπρεπε να χωρούσε. Του έριξα ερήμην ένα ακόμη κοψίδι, περισσότερο περιμένοντας να χρειαστεί να το μαζέψω στη συνέχεια από κάτω και να το πάω στον κάδο. Εις μάτην. Ο ηρωικός μπασταρδάκος άνοιξε με μια ύστατη προσπάθεια τα σαγόνια και κατάπιε και το τελευταίο κομμάτι, για να σωριαστεί εν συνεχεία στα πόδια μου, πανευτυχής που δεν άφησε τα γονίδιά του παραπονεμένα, που δε χάθηκε μπουκιά.

Αυτά λοιπόν τα γονίδια μεταφέρθηκαν και στα παιδιά που ελπίζω να άφησε ως παρακαταθήκη στο φίλο μου το Θωμά. Με λύπη μου το λέω, αλλά φοβάμαι ότι ο καλός Φρίγκο, είτε δεν υπάρχει πλέον είτε βιώνει την αδυναμία του βαθέος γήρατος

Σε κάθε περίπτωση πάντως, θεωρώ απίθανο να λέει ή να είπε στα παιδιά του να αφήσουν μπουκιά να πάει χαμένη. 

Λέγεται και κατοχικό σύνδρομο αυτό που μόλις περιέγραψα, κάποιοι επίσης θα το θυμούνται. Το παραδειγματάκι έχει ένα σκοπό: να αποδείξει - υποδείξει τη βάση του σκεπτικού, το οποίο αναπτύσσει θεωρητικά, ώστε να εφαρμόσει επιτυχώς πρακτικά, κάθε ισχυρός, όταν έχει συμφέροντα να εξυπηρετήσει στην εκάστοτε τριτοκοσμική ψωροκώσταινα.

* του Θάνου Αθανασιάδη
Διαβάστε Περισσότερα »